Η Βιβή Παπαστάθη και η «μαγική συνθήκη» του να ξεκινάς τη μέρα με την πιο ωραία μουσική

Της Μαρίνας Χαραλάμπους

Η ώρα είναι 06:00. Την ώρα που η πόλη ξυπνά, η Βιβή Παπαστάθη βρίσκεται ήδη πίσω από το μικρόφωνο του Μέντα 88, μετατρέποντας την πρώτη καλημέρα σε μια αγαπημένη συνήθεια πολλών ακροατών. Μετά από αρκετά χρόνια στον αέρα του σταθμού, η έμπειρη παραγωγός ξέρει καλά ότι το πρωινό ραδιόφωνο δεν θέλει φασαρία, αλλά ειλικρίνεια και σωστή μουσική.

Από τη συγκίνηση που της προκαλεί ακόμα ο Μάνος Χατζιδάκις μέχρι την «υπερδύναμη» της ζωντανής επικοινωνίας που καμία ψηφιακή λίστα δεν μπορεί να νικήσει, η Βιβή Παπαστάθη μιλά για τη μαγεία του να ξεκινάς τη μέρα σου μαζί με μια ολόκληρη πόλη, αποδεικνύοντας πως όταν ανάβει το κόκκινο φως, όλα γίνονται μια μεγάλη, κοινή ιστορία.

Πώς είναι να ξυπνάς μια ολόκληρη πόλη στις 6 το πρωί; Πώς είναι να μεταφέρεις την ενέργεια σου τόσο νωρίς στους ακροατές;
 

Θα μπορούσα να απαντήσω και μονολεκτικά. Ευθύνη και απόλαυση. Τόσο ξεκάθαρα. Στις 6:00 το πρωί κανείς δε θέλει ένταση ούτε φασαρία. Μπορεί να βάζει τον πρώτο καφέ στην κουζίνα, μπορεί να πλένει τα δόντια του ή να έχει μπει ήδη στο αυτοκίνητο για την καθημερινή διαδρομή. Αυτή η διαδικασία λοιπόν θέλει μια παρέα που να δώσει το στίγμα μιας καινούργιας μέρας. Έτσι κι αλλιώς την ένταση την έχει μπροστά του. Μπαίνουμε, λοιπόν, όλοι ταυτόχρονα στην καινούργια μέρα με σωστή μουσική, καθαρή διάθεση και όμορφο λόγο. 

Μετά από τέσσερις ώρες γεμάτες μουσική και λόγο (06:00-10:00), τι αναζητά η Βιβή στην υπόλοιπη μέρα της; Πώς είναι για σένα το τόσο πρωινό ξύπνημα;
Το πρωινό ξύπνημα, και δει τόσο νωρίς, δεν είναι πάντα εύκολο αλλά έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Νιώθω ότι ξεκινάω τη μέρα από την αρχή της πριν ξεκινήσει η μεγάλη φασαρία, ο θόρυβος. Μετά από τέσσερις ώρες στον αέρα αναζητώ μια ισορροπία. Λίγη ησυχία  για αρχή και μετά να συνεχίσω τις υποχρεώσεις της μέρας αλλά να κάνω και πράγματα με τους ανθρώπους μου που με γεμίζουν.

Πότε κατάλαβες πώς θέλεις να ασχοληθείς με το ραδιόφωνο;

Μάλλον από πάντα! Δε θυμάμαι ακριβώς. Έχω μνήμες από πολύ μικρή όπου ένα ραδιόφωνο έπαιζε πάντα και παντού. Στην κουζίνα που προετοιμαζόμουν για το σχολείο, στα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια, στις διαδρομές με το αυτοκίνητο. Και αργότερα το ραδιόφωνο πάντα ήταν αυτό που ακουγόταν σε μεγάλες απογοητεύσεις, στα βράδια της αναμονής, τα πρωινά του διαβάσματος. Ήξερα ότι είμαι και στην από δω μεριά, του ακροατή αλλά πάντα με φανταζόμουν και στην απέναντι, του παραγωγού.

Αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, στο παιδικό σου δωμάτιο, ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος ή το πρώτο τραγούδι που σε έκανε να ερωτευτείς τη μουσική;

Ήταν λίγο πιο μετά, στα εφηβικά χρόνια όταν τυχαία βρέθηκε στα χέρια μου ένας δίσκος που είχε για εξώφυλλο την πιο αναγνωρίσιμη γυναικεία μορφή στην τέχνη. Τη Μόνα Λίζα. «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» του Μάνου Χατζιδάκι είναι το μουσικό έργο που ακόμα εξακολουθεί και με συγκλονίζει. Όχι μόνο για τις σκηνές της ζωής μου που εχει υπάρξει σάουντρακ, αλλά και για τις νέες εικόνες που φτιάχνω κάθε φορά ακούγοντάς τον. Κι αυτό το διφορούμενο χαμόγελο… σα να είναι  η ίδια η μουσική. Μια γυναικεία μορφή που δε ξέρεις ακριβώς αν σε συμπαθεί ή σε ειρωνεύεται, δε ξεχωρίζεις αν σε δέχεται ή σε απορρίπτει. Που ωστόσο κάθε φορά λειτουργεί λυτρωτικά σε κάθε ακρόαση. Και κάθε φορά σου δίνει διαφορετικές απαντήσεις. 

Το πρωινό ραδιόφωνο είναι πολύ προσωπικό. Νιώθεις ότι οι ακροατές σου είναι πλέον μια διευρυμένη οικογένεια και ποιο είναι το πιο συγκινητικό μήνυμα που έχεις λάβει;

Πλέον ναι, μπορώ να το πω αυτό με ασφάλεια. Είμαστε άνθρωποι που ο ένας μπαίνει στη ζωή και την καθημερινότητα του άλλου. Και η συνήθεια είναι αυτή που μας φέρνει κάθε φορά πιο κοντά. Ιστορίες έχω να πω πολλές. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια γνώρισα ανθρώπους που πέρασαν στο πανεπιστήμιο, έχασαν τη δουλειά τους, γέννησαν, χώρισαν… όλες ανθρώπινες καθημερινές ιστορίες με μεγάλη βαρύτητα για τον καθένα. Αλλά είναι και οι δικές μου ιστορίες που τις μοιράζομαι. Τις ανησυχίες και τις χαρές μου, τους προβληματισμούς αλλά και μικρά καθημερινά πράγματα που όμως έχουν μεγάλη αξία σ’ αυτή την επικοινωνία. Και αυτό είναι το ραδιόφωνο. Η επικοινωνία που ξεπερνάει τη μουσική και το λογο και έχει πραγματική επίδραση.

Τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι «διαχρονικό» σήμερα;

Είναι αυτό που θα βρει ακριβώς την χαραμάδα να τρυπώσει μέσα στις ρωγμές του καθενός μας. Μπορεί να είναι ένας στίχος, ή μια νότα που  θα πυροδοτήσει το συναίσθημα. Και που αυτό θα παραμείνει ζωντανό και επίκαιρο όσος χρόνος κι αν περάσει. Τα τραγούδια που μένουν είναι αυτά που έχουν ταυτότητα και ειλικρίνεια. Τα διαχρονικά τραγούδια δεν τα επιλέγεις. Έρχονται και σε βρίσκουν. Και είναι αυτά που μπορεί να τα ακούς καθημερινά αλλά κάθε φορά έχουν κάτι καινούργιο να σου ξυπνήσουν. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την εποχή αλλά με το συναίσθημα που κουβαλάνε. 

Αν έπρεπε να διαλέξεις τρεις «πυλώνες» της ελληνικής μουσικής που δεν λείπουν ποτέ από τις εκπομπές σου, ποιοι θα ήταν αυτοί και γιατί;

Αυτή η ερώτηση είναι δύσκολο να απαντηθεί. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω θα το έκανα σε εποχές του ελληνικού τραγουδιού. Από την Αλεξίου, τη Γαλάνη, τον Μητροπάνο και τον  Νταλάρα, που είναι από μόνοι τους σημαντικοί πυλώνες της ελληνικής μουσικής- έως τον Κότσιρα και τον Μάλαμα και τη Μποφίλιου και τον Δεληβοριά. Και πιο μετά στις γενιές, η Φασούλη, η Σπανού ακόμα και η Κατσιμίχα. Το σημαντικότερο για μένα είναι η ισορροπία. Για να μπορέσει ο ακροατής να ακούσει κάτι με το οποίο θα ταυτιστεί αλλά και κάτι νεότερο, που θα το ανακαλύψουμε μαζί ταυτόχρονα. 

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι που, όσες φορές κι αν το παίξεις στον αέρα, σου προκαλεί την ίδια συγκίνηση όπως την πρώτη φορά;

Α, κι άλλη πολύ δύσκολη ερώτηση! Υπάρχουν πάρα πολλά, και συνήθως αυτά συνδέονται με στιγμές. Σε μια αυθόρμητη απάντηση, στα σημερινά δεδομένα, ίσως έβαζα πρώτο σ’ αυτή λίστα το «Σαν πλανόδιο τσίρκο». Τα λόγια του Αλκαίου περιγράφουν μια χώρα και μια φυλή χωρίς σαφή κατεύθυνση, σε πλήρη σύγχυση. Ο Μικρούτσικος έκανε αυτές τις λέξεις ένα από τα πιο δυνατά ζεμπέκικα και η δωρική φωνή του Μητροπάνου με συγκλονίζει σε κάθε της ανάσα.

Μετά από τόσα χρόνια, υπάρχει ακόμα αυτό το δημιουργικό άγχος τη στιγμή που ανάβει το κόκκινο φως του “On Air”;

Δεν θα το ονόμαζα άγχος πια. Μάλλον λύτρωση το νιώθω. Καμία μέρα δεν είναι ίδια. Αλλά κάθε φορά συμβαίνει κάτι μαγικό όταν κλείνει η πόρτα στο στούντιο και ανάβει το κόκκινο φωτάκι. Μένουν έξω οι ανησυχίες, οι προβληματισμοί ακόμα και μια κακή διάθεση. Και από τον αέρα έρχεται μια ειλικρινής επικοινωνία που πλέον είναι λυτρωτική. Το κόκκινο φωτάκι πάντα έχει λίγο καρδιά μέσα του και πάντα θα μου θυμίζει ότι αυτό που κάνει έχει σημασία. Ξεκινάω μια εκπομπή και αυτή μετατρέπεται σε ενέργεια. Μαγική η συνθήκη εξόχως μαγική.  

Βλέπεις σύγχρονους καλλιτέχνες που έχουν τα φόντα να γίνουν οι «διαχρονικοί» καλλιτέχνες του μέλλοντος; Ποιους ξεχωρίζεις;

Ευτυχώς έχουμε τέτοια παραδείγματα. Υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν επενδύουν στη «στιγμιαία» επιτυχία αλλά χτίζουν ταυτότητα με συνέπεια μέσα στο χρόνο. Θα αναφέρω τη Μαρία Παπαγεωργίου, τη Μαρίζα Ρίζου αλλά και τη Νεφέλη Φασούλη από τη νεότερη γενιά. Τις θεωρώ καλλιτέχνιδες που δε προσπαθούν να μοιάσουν σε κάτι –και αυτό είναι σημαντικό στοιχείο για μένα για να έχουν όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθούν σε διαχρονικές περιπτώσεις. 

Γιατί ο κόσμος συνεχίζει να επιλέγει το ζωντανό ραδιόφωνο έναντι μιας έτοιμης λίστας σε μια πλατφόρμα; Ποια είναι η υπερδύναμη του παραγωγού και του ραδιοφώνου;

Διότι αναζητά την εμπειρία. Η λίστα της πλατφόρμας, ακόμα και αυτή που θα τη φτιάξουμε ο καθένας για τον εαυτό του, δεν έχει την εμπειρία της στιγμής. Το ραδιόφωνο δίνει ροή, προσωπικότητα και συναισθηματική σύνδεση, κάτι που δε μπορεί να το δώσει μια λίστα μόνη της. Και αυτό είναι μάλλον η «υπερδύναμη» του ραδιοφωνικού παραγωγού. Να δημιουργεί εμπειρία, να διαβάζει τη διάθεση του ακροατή και να καταλαβαίνει τη στιγμή.  Και αυτό είναι κάτι που δε μπορεί να αντικατασταθεί,, πόσω μάλλον τις πρωινές ώρες που ξεκινάμε όλοι τη νέα μέρα και η παρέα είναι αναγκαία. 

Βιβή Παπαστάθη

Σύμφωνα με την εμπειρία σου, τι θέλει ο ακροατής όταν ακούει ραδιόφωνο το πρωί;

Πάνω απ’ όλα παρέα. Δεν αναζητά μόνο μουσική αλλά και έναν άνθρωπο να μοιραστεί την πρώτη καλημέρα. Να του κρατήσει συντροφιά στη διαδρομή (που κατά βάση είναι δύσκολη) σε μια μέρα που επίσης προβλέπεται έντονη. Θέλει φυσική ροή του λόγου, χωρίς υπερβολές και με χιούμορ. Να τον βάλει κάποιος να κλείσει πονηρά το μάτι στη νέα μέρα. Ουσιαστικά θέλει να νιώσει ότι δεν ξεκινά τη μέρα μόνος του. Και αυτό είναι που θα κάνει πάντα το ραδιόφωνο να ξεχωρίζει. 

Υπήρξε κάποια στιγμή που η δική σου ψυχολογία δεν ήταν η καλύτερη, αλλά έπρεπε να βγεις στον αέρα και να δώσεις δύναμη στους άλλους; Και αντίστοιχα ένας ακροατής να “φτιάξει” και την δική σου ημέρα;

Ναι έχει συμβεί αρκετές φορές. Και πλέον το αφήνω να συμβαίνει συχνότερα. Έλεγα και πριν γι’ αυτή τη μαγική στιγμή που κλείνει η πόρτα και ανάβει το on air λαμπάκι. Που όλα μένουν εκτός και μέσα τρυπώνουν τα πιο σημαντικά. Με τον καιρό έχω καταλάβει ότι όταν καλείσαι να δώσεις ενέργεια και δύναμη τελικά παίρνεις πολλαπλάσια.  Είναι μια αμοιβαία σχέση, ισότιμη  και αληθινή. Και αυτό ακριβώς περιγράφει την πραγματική ομορφιά του ραδιοφώνου. 

O Μέντα 88 για σένα τι είναι;

Για μένα είναι ένας σταθμός με ξεκάθαρη προσωπικότητα και αισθητική. Με προσεγμένο χαρακτήρα που δίνει τον πρώτο λόγο στη μουσική και δημιουργεί ατμόσφαιρα. Ένα ραδιόφωνο που συνοδεύει την καθημερινότητα και σέβεται τον ακροατή και τη στιγμή του. Ο Μεντα 88 είναι η  υπέροχη πραγματικότητα που ζω εδώ και μια 10ετία.
Δουλεύω με μια εξόχως δημιουργική και αποτελεσματική ομάδα υπέροχων ανθρώπων, που χαρακτηρίζεται με συνέπεια και επαγγελματισμό. Με όλες αυτές τις συνθήκες, τολμώ να πω ότι είμαι υπερτυχερή!

Πηγή: skai.gr


Πηγή

ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ