Του Στέφανου Νικολαΐδη
Επίσκεψη στη Λιβύη πραγματοποίησε χθες ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, με επαφές στην ανατολική πλευρά της χώρας και αιχμή ζητήματα διμερούς συνεργασίας, μεταναστευτικών ροών και – κυρίως – την προοπτική οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών.
Ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας συναντήθηκε στη Βεγγάζη με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, καθώς και με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, σε ένα πλαίσιο που, σύμφωνα με τον ίδιο, επιβεβαίωσε το θετικό κλίμα στις διμερείς σχέσεις.
Ο κ. Γεραπετρίτης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική συνεργασία, σημειώνοντας ότι «σημαντικές ελληνικές επενδύσεις ήδη αναπτύσσονται στην ανατολική Λιβύη», ενώ χαρακτήρισε τη χώρα «την πιο κοντινή της Μεσογείου προς την Ελλάδα», υπογραμμίζοντας τη σημασία ενίσχυσης του εμπορίου.
Στο μεταναστευτικό έκανε λόγο για «καλή συνεργασία» που αναμένεται να ενισχυθεί με ανταλλαγή τεχνογνωσίας και παροχή μέσων, σε μια γεωγραφία – όπως είπε – «εξαιρετικά δύσκολη» λόγω συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ζήτημα της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τον υπουργό να τονίζει την ανάγκη συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης με βάση το Διεθνές Δίκαιο, σε μια περίοδο αυξημένης αστάθειας στη Μεσόγειο.
Παράλληλα, ο Έλληνας ΥΠΕΞ εγκαινίασε το νέο κτήριο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Βεγγάζη, κάνοντας λόγο για «ιστορική ημέρα» για τις διμερείς σχέσεις – μια κίνηση με σαφή γεωπολιτικό συμβολισμό ως προς τη διατήρηση ελληνικής παρουσίας στην ανατολική Λιβύη.
Οι τεχνικές συνομιλίες και το «άνοιγμα» στη Βεγγάζη
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η ελληνική πλευρά είχε ήδη από προηγούμενες επαφές θέσει ως στόχο τη διατήρηση διαύλων τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη στο ζήτημα της οριοθέτησης.
Πληροφορίες αναφέρουν πως φέρεται να εκφράστηκε εκ νέου από την πλευρά του στρατάρχη Χαφτάρ ενδιαφέρον για συμμετοχή στις σχετικές συζητήσεις, με το πώς θα μπορούσε να ενταχθεί η ανατολική πλευρά της Λιβύης στη διαδικασία να χαρακτηρίζεται «κυρίως τεχνικό ζήτημα».

Ήδη, όπως επισημαίνεται, έχει συγκροτηθεί τεχνική επιτροπή μεταξύ Ελλάδας και της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης, ενώ έχει πραγματοποιηθεί μία πρώτη συνάντηση. Επικεφαλής από ελληνικής πλευράς είναι η υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι επίκειται νέα συνάντηση στην Τρίπολη την ερχόμενη Τετάρτη 1η Απριλίου, όπου αναμένεται να τεθεί χρονοδιάγραμμα για τη συνέχεια των επαφών, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται προς το παρόν σαφής κατάληξη.
Σε ό,τι αφορά στη Βεγγάζη, διπλωματικές πηγές υπογραμμίζουν ότι «δεν είχε ποτέ αποκλειστεί» από τις ελληνικές προσεγγίσεις, με την Αθήνα να επιδιώκει, σε πρακτικό επίπεδο, τρόπους εμπλοκής και της ανατολικής πλευράς.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη διαρκή ελληνική παρουσία στην πόλη από το 2021, με την Ελλάδα – μαζί με την Ιταλία – να συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διατηρούν ενεργή διπλωματική παρουσία στη Βεγγάζη.
Το «αγκάθι» του τουρκολιβυκού μνημονίου
Η επανενεργοποίηση των επαφών με τη Βεγγάζη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο και σύνθετο γεωπολιτικό πλαίσιο, στο οποίο κυριαρχεί η εκκρεμότητα του λεγόμενου τουρκολιβυκού μνημονίου.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η Ελλάδα είχε βρεθεί κοντά σε συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη την περίοδο 2009–2010, ωστόσο η απώλεια εκείνης της ευκαιρίας άνοιξε τον δρόμο για τη συμφωνία Άγκυρας–Τρίπολης το 2019, η οποία κινείται εκτός των αρχών του Δικαίου της Θάλασσας.

Η ελληνική απάντηση υπήρξε η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο τον Αύγουστο του 2020, κίνηση που δημιούργησε μεν νομικό αντίβαρο, χωρίς όμως να επιλύει συνολικά το ζήτημα.
Σήμερα, το βασικό πρόβλημα παραμένει η ίδια η δομή εξουσίας στη Λιβύη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης και από την άλλη το πολιτικο-στρατιωτικό σύστημα της ανατολικής Λιβύης υπό τον Χαφτάρ, χωρίς σαφή ενιαία κρατική εκπροσώπηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και οι τεχνικές συνομιλίες με την Τρίπολη θεωρείται ότι δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν σε συμφωνία, καθώς – όπως εκτιμάται – η λιβυκή πλευρά ενδέχεται να επιχειρήσει να θέσει ως έμμεση βάση το τουρκολιβυκό μνημόνιο, κάτι που η Αθήνα απορρίπτει κατηγορηματικά.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική στρατηγική φαίνεται να κινείται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: αφενός να διατηρεί ανοικτό τον δίαυλο με την Τρίπολη, δείχνοντας ότι εξαντλεί τα περιθώρια διαλόγου, και αφετέρου να ενισχύει τις επαφές με τη Βεγγάζη.
Η δεύτερη αυτή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς – κατά τους ίδιους αναλυτές – λειτουργεί και ως μοχλός πίεσης προς την Τρίπολη, αλλά και ως μέσο αποτροπής ενός ενδεχομένου που η Αθήνα θεωρεί κρίσιμο: την πιθανή αναγνώριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το Κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε σημαντικά τη νομική και πολιτική επιχειρηματολογία της Τουρκίας, περιορίζοντας τα περιθώρια ελληνικών κινήσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η διατήρηση «ενεργών» σχέσεων με τον Χαφτάρ – μέσω διπλωματικής παρουσίας, οικονομικών επαφών και σχεδίων διασύνδεσης – εκτιμάται ότι εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της Αθήνας να προσαρμοστεί σε μια «μη κανονική» κατάσταση, έως ότου προκύψει μια πιο σταθερή πολιτική αρχιτεκτονική στη Λιβύη.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.







