Moody’s: Επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα Baa3

O οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα Baa3 και τις προοπτικές του σε σταθερές, σημειώνοντας ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της μετά την πανδημία συνεχίζουν να υπερβαίνουν τις προσδοκίες και ότι η μακροοικονομική επίδοσή της παραμένει ισχυρή.

«Οι αξιολογήσεις της Ελλάδας στο Baa3 και η σταθερή προοπτική στηρίζονται σε ένα ιστορικό ισχυρών μεταρρυθμίσεων, το οποίο έχει οδηγήσει σε ορατές βελτιώσεις στους θεσμούς και στη διακυβέρνηση, σε ισχυρότερες επενδύσεις και σε έναν υγιέστερο τραπεζικό τομέα», σημειώνει ο οίκος.

«Παρά τη αναμενόμενη σημαντική μείωση, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμείνει πολύ υψηλό. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους και το μεγάλο ταμειακό μαξιλάρι αποτελούν σημαντικούς παράγοντες μείωσης κινδύνου. Η ελληνική οικονομία έχει δείξει ισχυρή απορρόφηση σημαντικών πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι, σε συνδυασμό με τις ιδιωτικές επενδύσεις, θα στηρίξουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Μαζί με τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις, θα βοηθήσει στην ενίσχυση της δυνητικής ανάπτυξης και στην μερική αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων από τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις».

«Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας μετά την πανδημία συνεχίζουν να υπερβαίνουν τις προσδοκίες και παραμένουν βασικό ατού της πιστοληπτικής της αξιολόγησης. Εκτιμούμε το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 στο 4,4% του ΑΕΠ, αντανακλώντας έναν συνδυασμό ισχυρής ανάπτυξης, πολύ ισχυρής επίδοσης στα φορολογικά έσοδα και αυστηρού ελέγχου των δαπανών.

Αυτό ακολουθεί μια ήδη εξαιρετική επίδοση το 2024, όταν το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε το 4,7% του ΑΕΠ, βοηθώντας στη μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ σε περίπου 154% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024.

Εκτιμούμε ότι το χρέος μειώθηκε στο 148% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2010.

Αναμένουμε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν σημαντικά, λίγο πάνω από 3% του ΑΕΠ το 2026-27 και θα μειώνονται μόνο σταδιακά στη συνέχεια, κάτι που θα συνεχίσει να οδηγεί σε ταχεία πτώση του δείκτη χρέους προς περίπου 140% του ΑΕΠ έως το 2027».

«Η μακροοικονομική επίδοση της Ελλάδας παραμένει ισχυρή και γενικά σύμφωνη με τις προσδοκίες μας για μια βιώσιμη ανάπτυξη που καθοδηγείται από τις επενδύσεις.

Εκτιμούμε ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε περίπου 2,1% το 2025, με παρόμοιο ρυθμό με αυτόν που καταγράφηκε το 2023-24, παρά ένα πιο ασθενές διεθνές περιβάλλον και την ομαλοποίηση της τουριστικής δυναμικής.

Η σύνθεση της ανάπτυξης είναι ολοένα και πιο ευνοϊκή από την άποψη της πιστοληπτικής ικανότητας: οι ιδιωτικές επενδύσεις αποτελούν τον κύριο μοχλό της ανάκαμψης τα τελευταία έξι χρόνια, μειώνοντας ένα μακροχρόνιο επενδυτικό κενό και ενισχύοντας τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ από περίπου 11% σε περίπου 16% το 2024, με περαιτέρω βελτίωση το 2025».

Οι σταθερές προοπτικές του αξιόχρεου «ενσωματώνουν την άποψή μας ότι η τρέχουσα πολύ ισχυρή δημοσιονομική επίδοση πιθανόν θα μετριαστεί με την πάροδο του χρόνου, αν και το βάρος του χρέους θα συνεχίσει να μειώνεται.

Επίσης, εξισορροπεί το γεγονός ότι ορισμένες από τις βασικές πιστωτικές προκλήσεις της Ελλάδας θα βελτιωθούν αργά με τα θετικά από πιστοληπτική άποψη στοιχεία ενός σταθερού θεσμικού και πολιτικού περιβάλλοντος.

Συγκεκριμένα, οι βασικές μας υποθέσεις αναγνωρίζουν ότι η ολοκλήρωση θεσμικών και ενισχυτικών της ανάπτυξης διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων θα απαιτήσει χρόνο.

Επιπλέον, προβλέπουν ότι η οικονομική ανάπτυξη πιθανόν να επιβραδυνθεί σε σχέση με τα τρέχοντα υψηλά επίπεδά της μόλις ολοκληρωθεί η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο ότι οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις θα δημιουργήσουν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη παρόλο που η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθειες να αυξήσει τα ποσοστά συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και να εφαρμόσει διαρθρωτικές μακροοικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Παρόλο που το χρέος έχει μειωθεί γρήγορα τα τελευταία χρόνια, θα παραμείνει ένα από τα υψηλότερα στο σύνολο των αξιολογούμενων χωρών έως το τέλος αυτής της δεκαετίας.

Οι βασικές μας υποθέσεις αναγνωρίζουν επίσης ότι οι ελληνικές αρχές χρησιμοποιούν καλά τη θετική δυναμική που δημιουργήθηκε από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης για να εφαρμόσουν με αποφασιστικότητα οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές που υποστηρίζουν το αξιόχρεο, μια πολιτική επιλογή που μειώνει τους αρνητικούς κινδύνους για τις αξιολογήσεις που μπορεί να προκληθούν από αυτές τις οικονομικές και δημοσιονομικές αδυναμίες».

Πηγή: skai.gr


Πηγή

ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ