Του Βαγγέλη Δουράκη
«Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια» πέτυχε ο Ντόναλντ Τραμπ δίνοντας εντολή για εμπλοκή -επί της ουσίας- των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στα εσωτερικά ζητήματα της Βενεζουέλας: Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου για σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ανατρέπει τις ισορροπίες και στην παγκόσμια οικονομική σκακιέρα. Και αυτό γιατί αφενός -όπως όλα δείχνουν- σε λίγο καιρό από τώρα θα μπορεί να ελέγχει τις τιμές του πετρελαίου και αφετέρου πλήττει την Κίνα που είχε αναπτύξει στενή συνεργασία με αυτή τη χώρα της Λατινικής Αμερικής.
Τι καθιστά λοιπόν τόσο πολύτιμη την Βενεζουέλα; Μα το γεγονός ότι είναι εκ των ιδρυτικών μελών του ΟΠΕΚ και διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα «μαύρου χρυσού» στον κόσμο. Σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, στο υπέδαφος της Βενεζουέλας υπήρχαν το 2023 περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, δηλαδή περίπου το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Ο έλεγχος των αποθεμάτων του «μαύρου χρυσού» και των τιμών
Σε αυτή την «πλούσια» σε «μαύρο χρυσό» χώρα της Λατινικής Αμερικής, η Ουάσιγκτον επιβάλλει από το 2017 οικονομικές κυρώσεις, ενώ τον Ιανουάριο του 2019, στη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, επέβαλε πετρελαϊκό εμπάργκο με στόχο να προκαλέσει οικονομική ασφυξία στη Βενεζουέλα, που εξαρτάται από τις εξαγωγές «μαύρου χρυσού».
Μεθοδεύοντας τις κινήσεις του, στην αρχή της δεύτερης θητείας του το 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έβαλε τέλος στις άδειες που επέτρεπαν σε πολυεθνικές πετρελαίου και αερίου να επιχειρούν στη χώρα της Νότιας Αμερικής παρά τις κυρώσεις.
Έτσι, σήμερα η Βενεζουέλα με τα τεράστια αποθέματα «μαύρου χρυσού» έφτασε να παράγει λιγότερο από ένα εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, που αντιστοιχεί ποσοστό χαμηλότερο και από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής.
Εδώ βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί πως κορυφαίοι Αμερικανοί «παίχτες» της πετρελαϊκής αγοράς είχαν εκδιωχθεί από τη Βενεζουέλα στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο Ούγκο Τσάβες απαλλοτρίωσε και εθνικοποίησε τα περιουσιακά στοιχεία των ξένων εταιρειών.
Η αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία ExxonMobil και άλλοι ενεργειακοί κολοσσοί που εκδιώχθηκαν ή «πάγωσαν» την δραστηριότητά τους επί Τσάβες-Μαδούρο, πλέον βλέπουν ανοιχτό τον δρόμο για την επιστροφή τους.
Άλλωστε, αμέσως μετά την σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχασε χρόνο: Κάλεσε τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση του ενεργειακού τομέα της Βενεζουέλας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, οι πετρελαϊκές υποδομές της Βενεζουέλας «φτιάχτηκαν από εμάς και πέρασαν σε ξένα χέρια», αλλά επιστρέφουν πλέον υπό αμερικανικό έλεγχο.
Στην περίπτωση λοιπόν που οι ενεργειακοί κολοσσοί των ΗΠΑ επανακάμψουν στην λατινοαμερικάνικη χώρα, οι εξαγωγές σε «μαύρο χρυσό» θα μπορούσαν να προσεγγίσουν και πάλι τα 3 εκατομμύρια βαρέλια, από το 1 εκατ. σήμερα, εάν μια νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας οδηγήσει σε άρση των κυρώσεων και ανοίξει την πόρτα στους ξένους επενδυτές.
Επί της ουσίας, τα επόμενα 3 ή 4 χρόνια εάν οι εξελίξεις κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να «ρυθμίζουν» και τις διεθνείς τιμές πετρελαίου επεμβαίνοντας στην παγκόσμια «προσφορά και ζήτηση» για «μαύρο χρυσό».
Με άλλα λόγια, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να μειωθούν περαιτέρω, καθώς ενισχύεται η πιθανότητα τελικής αύξησης της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει κάτι ακόμη που αξίζει να σημειωθεί: Μέχρι πρότινος, υπήρχε η εκτίμηση πως η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα κορυφωθεί εντός των επόμενων τεσσάρων ετών, λόγω της διείσδυσης των ηλεκτρικών οχημάτων και των πολιτικών για το κλίμα.
Εντούτοις, η χαλάρωση των περιβαλλοντικών πολιτικών σε ΗΠΑ, Κίνα και Καναδά, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων, καθιστούν πλέον την προοπτική επενδύσεων στη Βενεζουέλα σημαντικά πιο ελκυστική.
Πλήγμα στην Κίνα μέσω… Βενεζουέλας
Ο αντίκτυπος της επέμβασης του Ντόναλντ Τραμπ στα «εσωτερικά» της Βενεζουέλας δεν περιορίζεται όμως μόνο σε αυτά: Στην επιστροφή δηλαδή των αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών στην χώρα.
Εξαιτίας του αμερικανικού εμπάργκο, το Καράκας ήταν υποχρεωμένο να διαθέτει την όποια παραγωγή του στη «μαύρη αγορά» με μεγάλη έκπτωση, κυρίως προς την Ασία.
Το πετρέλαιο της εν λόγω λατινοαμερικανικής χώρας είναι χαμηλότερης ποιότητας και μετατρέπεται σε ντίζελ ή σε υποπροϊόντα, όπως η άσφαλτος και όχι σε βενζίνη.
Από το 2020 και μετά, το βενεζουελανικό αργό έγινε πρώτης γραμμής τροφοδότης της Ασίας και ειδικά της Κίνας, όχι επειδή το Πεκίνο «αγάπησε» την λατινοαμερικανική χώρα, αλλά επειδή οι κυρώσεις και ο αποκλεισμός από δυτικές αγορές έσπρωξαν τη Βενεζουέλα προς τον μοναδικό αγοραστή με ανοχή ρίσκου και ικανότητα απορρόφησης «βαρέων» βαρελιών.
Έτσι, ανάμεσα στις δύο χώρες υιοθετήθηκε ένα μοντέλο όπου μέρος των ροών λειτουργεί ως εμπόριο και μέρος ως «πληρωμή με πετρέλαιο» για υπηρεσίες, αγορές και εξυπηρέτηση χρέους προς την Κίνα.
Η επέμβαση των ΗΠΑ στην Βενεζουέλα, λοιπόν, όχι μόνο δεν είναι αποκομμένη από το ενεργειακό σκέλος, αλλά είναι και η πολιτικο-στρατιωτική κορύφωση μιας γραμμής που «σφίγγει τη θηλιά» εκεί που «πονά» η Κίνα: στην τροφοδοσία, στο κόστος, στην οικονομία που δεν κλονίστηκε από τους τεράστιους αμερικανικούς δασμούς.
Για το Πεκίνο αυτό μεταφράζεται σε τρία πρακτικά κόστη:
- Premium κινδύνου στη μεταφορά (ασφάλιση, ναύλοι, rerouting).
- Απώλεια προβλεψιμότητας στα μείγματα βαρέος αργού που ταιριάζουν σε συγκεκριμένα διυλιστήρια.
- Αναγκαστική αντικατάσταση από άλλους προμηθευτές βαρέος αργού, συνήθως ακριβότερους ή πολιτικά πιο «φορτισμένους».
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.








