Νέα δεδομένα στις σχέσεις Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ;

Η στρατιωτική συνεργασία της Κύπρου, της Ελλάδας και του Ισραήλ συνεχίζει να εμβαθύνεται, στo πλαίσιο σχημάτων που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο. Ρεπορτάζ DW, Λουκιανός Λυρίτσας.Ρεπορτάζ από τη Λευκωσία

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, την περασμένη εβδομάδα υπογράφηκαν νέες συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση των κοινών σχεδιασμών των τριών χωρών και στον τομέα της άμυνας. Οι συμφωνίες ανακοινώθηκαν από τον IDF, λίγες ημέρες μετά την πραγματοποίηση της ετήσιας κοινής συνάντησης των επιτελείων των τριών χωρών στην Λευκωσία.

Αν και λεπτομέρειες για όσα συμφωνηθήκαν δεν έγιναν γνωστές, πληροφορίες της DW αναφέρουν ότι τα σχέδια συνεργασίας για το 2026 ουσιαστικά περιλαμβάνουν κοινές ασκήσεις και εκπαίδευση, λειτουργία ομάδων εργασίας σε επιμέρους αντικείμενα και στρατηγικό στρατιωτικό διάλογο. Στη συμφωνία περιλαμβάνεται επίσης συμφωνία για ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε σύγχρονες απειλές, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και ο ηλεκτρονικός πόλεμος.

Αμφιλεγόμενη τριμερής συνεργασία

Η ανακοίνωση της στρατιωτικής συνεργασίας αποτελεί στην ουσία μια υλοποίηση της πολιτικής απόφασης που έλαβαν οι ηγεσίες των τριών χωρών στην 10η τριμερή σύνοδο μεταξύ Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας στις 22 Δεκεμβρίου 2025.

Με το πέρας της συνόδου ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης, περιγράφοντας τα βασικά σημεία του κοινού ανακοινωθέντος, δήλωσε ότι οι τρεις χώρες αποφάσισαν την εμβάθυνση της συνεργασίας τους «με επίκεντρο τους τομείς της ενέργειας, της άμυνας, και της ασφάλειας» κάνοντας λόγο «για συμφωνίες οι οποίες θα περάσουν άμεσα στο στάδιο της υλοποίησης».

Το κοινό ανακοινωθέν για την εμβάθυνση της τριμερούς συνεργασίας έγινε δεκτό με πανηγυρικούς τόνους από το κυπριακά ΜΜΕ και κατ’ επέκταση από το κυπριακό κοινό, το οποίο αντιλαμβάνεται τη σύσφιξη των σχέσεων των τριών χωρών ως άξονα κατά των τουρκικών βλέψεων στην περιοχή.

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις ο Ζήνωνας Τζιαρράς, Λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστήμιο Κύπρου, σημειώνει πως το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος δεν δικαιολογεί την προβολή που έλαβε, καθώς «περιλαμβάνει κυρίως διακηρύξεις προθέσεων, παρά συγκεκριμένα αποτελέσματα»..

Μιλώντας στην DW o κ. Τζιάρας σημειώνει μάλιστα ότι η τριμερής συνεργασία δεν είναι νέα, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη τέτοια συνάντηση έγινε το 2016. Η απουσία σημαντικών αποτελεσμάτων ικανών να αλλάξουν τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο ίσως να είναι και αυτό που δικαιολογεί την σχετικά ήπια αντίδραση της Τουρκίας μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας.

Συγκεκριμένα ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, σε αντίθεση με τουρκικά φιλοκυβερνητικά μέσα που μίλησαν για «αντιτουρκικό άξονα του κακού», κράτησε ήπιους τόνους δηλώνοντας ότι οι πρωτοβουλίες των τριών χωρών «δεν έχουν ουσιαστικό βάρος», χρησιμοποιώντας την έκφραση «ότι κάνουν άδειο θόρυβο, σαν τον τενεκέ».

Και στο βάθος εξοπλιστικά

Αυτό που φαίνεται πάντως να ανησυχεί περισσότερο την Τουρκία δεν είναι οι τριμερείς συμφωνίες, αλλά οι στροφή της Ελλάδας και της Κύπρου προς το Ισραήλ για την αγορά εξελιγμένων οπλικών συστημάτων. Ειδικά για την Κύπρο, το βόρειο τμήμα της οποία ελέγχεται στρατιωτικά από την Τουρκία και πολιτικά από τους θεσμούς της μη-αναγνωρισμένης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου», η Άγκυρα διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, προειδοποιώντας ότι αγορές οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση στο νησί.

Η τουρκική αντίδραση ήταν ιδιαίτερα έντονη μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν στην Κύπρο εγκαταστάθηκε και τέθηκε σε λειτουργία το ισραηλινό αντιαεροπορικό σύστημα Barak MX, η δράση του οποίου προσομοιάζει με το σύστημα αεράμυνας του Ισραήλ γνωστό ως Iron Dome.

Παρά το γεγονός ότι η αγορά του εν λόγω στρατιωτικού εξοπλισμού έγινε στο πλαίσιο της απόφασης της Κυπριακής Δημοκρατίας για σταδιακή αντικατάσταση του εξοπλισμού ρωσικής προελεύσεως, ο οποίος δεν θα μπορούσε να συντηρηθεί μετά τις κυρώσεις του 2022 αλλά και στο πλαίσιο της «δυτικής» στροφής της χώρας και της πρόθεσης της να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, το τουρκικό ΥΠΕΞ χαρακτήρισε την παρουσία του συστήματος στο νησί ως απειλή για την περιφερειακή σταθερότερα.

Προειδοποίησε μάλιστα ότι η «πολιτική της ελληνοκυπριακής πλευράς υπονομεύει τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή και ενδέχεται να οδηγήσει σε κούρσα εξοπλισμών στο νησί». Ανάλογη αντίδραση αναμένεται και για την υλοποίηση συμφωνίας των υπουργείων Άμυνας Κύπρου-Ισραήλ, για αγορά από την ισραηλινή εταιρία Elbit ενός ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης για έλεγχο της «Πράσινης Γραμμής», δηλαδή της ελεγχόμενης από τον ΟΗΕ ουδέτερης ζώνης που διαιρεί την Κύπρο από το 1974, χωρίζοντας τις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία στον νότο από το τουρκοκρατούμενο βόρειο τμήμα του νησιού.

Η εγκατάσταση του συστήματος βρίσκεται ακόμα σε εκκρεμότητα εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ ήδη αξιωματικοί του Κυπριακού Στρατού εκπαιδεύτηκαν στο Ισραήλ για τη λειτουργία του συστήματος.

Συνεργασία ή συμμαχία;

Σχολιάζοντας όσα λαμβάνουν χώρα στην περιοχή ο κ. Τζιάρρας, αν και κάνει λόγο για σημαντικές εξελίξεις, τονίζει ότι πρέπει «να είναι σαφές ότι η στρατιωτική και η αμυντική συνεργασία αλλά και η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας δεν συνιστούν από μόνες τους συμμαχία», αφού όπως σημειώνει «μία ουσιαστική συμμαχία προϋποθέτει, πάνω απ’ όλα, δέσμευση για συλλογική άμυνα, σύμφωνα με την οποία επίθεση εναντίον ενός θεωρείται επίθεση εναντίον όλων».

Παρά το ότι Κύπρος και Ελλάδα, προσθέτει ο κ. Τζιάρρας «συχνά παρουσιάζουν το Ισραήλ ως σύμμαχο στον οποίο μπορούν να βασιστούν για την αντιμετώπιση της Τουρκίας, αυτό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αφήγημα για τα εσωτερικά ακροατήρια, καθώς το Ισραήλ πέραν της ρητορικής, δεν έχει προχωρήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες προς υπεράσπιση των ελληνικών και των κυπριακών συμφερόντων, μη εξαιρουμένων και των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ».

Πηγή: Deutsche Welle


Πηγή

ΕΤΙΚΕΤΕΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ