ΑΠΟΨΗ | Συντακτική Ομάδα
ΑΠΟΨΗ — Η ασφάλεια μιας υψηλής επίσκεψης είναι υποχρέωση του κράτους. Το ίδιο και η προστασία της ειρηνικής διαμαρτυρίας, ακόμη όταν ενοχλεί τους επισήμους.
Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα έχει βάρος. Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες συζητούν για άμυνα, ενέργεια, ναυτιλία και περιφερειακή ασφάλεια σε μια περίοδο όπου η Ανατολική Μεσόγειος δεν προσφέρει ούτε μία ήσυχη βεβαιότητα. Θα ήταν ανεύθυνο να αντιμετωπιστεί αυτή η σχέση με παλιά αντανακλαστικά, σαν να αρκεί ένα σύνθημα έξω από την πρεσβεία για να λυθούν τα δύσκολα της γεωπολιτικής.
Θα ήταν εξίσου ανεύθυνο να θεωρήσουμε ότι μια στρατηγική σχέση χρειάζεται μια πρωτεύουσα χωρίς διαφωνία. Η Ελληνική Αστυνομία απαγορεύει όλες τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και μηχανοκίνητες πορείες σε μεγάλη ζώνη του κέντρου για ένα εικοσιτετράωρο. Επικαλείται σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Η αιτιολογία δεν είναι αμελητέα. Αλλά ακριβώς επειδή περιορίζει ένα συνταγματικό δικαίωμα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διοικητική ρουτίνα.
Η ασφάλεια δεν μετριέται μόνο από το αν πέρασε απρόσκοπτα η αυτοκινητοπομπή. Μετριέται και από το αν η δημοκρατία άντεξε να ακουστεί η διαφωνία.
Δεν είναι κάθε απαγόρευση αυταρχισμός — ούτε κάθε απαγόρευση αναγκαία
Υπάρχει ένας εύκολος προοδευτικός πειρασμός: κάθε αστυνομικό μέτρο να βαφτίζεται χούντα. Δεν βοηθά. Οι υπηρεσίες ασφαλείας έχουν πληροφορίες που δεν είναι δυνατόν να δημοσιοποιούνται πλήρως και οφείλουν να προστατεύσουν έναν ξένο υπουργό, τους εργαζομένους, τους κατοίκους και τους ίδιους τους διαδηλωτές.
Υπάρχει όμως και ο εύκολος κυβερνητικός πειρασμός: μια γενική απαγόρευση είναι πιο απλή από μια δύσκολη διαχείριση νόμιμης πορείας. Εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί συγκεκριμένο κίνδυνο, το μικρότερο αναγκαίο γεωγραφικό πεδίο και τη μικρότερη αναγκαία διάρκεια. Αν υπάρχουν ασφαλείς εναλλακτικές διαδρομές ή χώροι συγκέντρωσης, η διοίκηση οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν επαρκούν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δικαίωμα να στηρίζει — και υποχρέωση να εξηγεί
Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ στηρίζει τις κινητοποιήσεις στο όνομα της ειρήνης, της διπλωματίας και της μη εμπλοκής. Είναι θεμιτή πολιτική θέση. Θα ήταν πιο πειστική αν συνοδευόταν από συγκεκριμένες απαντήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική: ποια αμυντική συνεργασία θεωρεί αναγκαία, ποια συμφωνία θα αναθεωρούσε και πώς προστατεύεται η χώρα σε μια περιοχή πραγματικών απειλών.
Η αριστερή αντιπολίτευση συχνά είναι ισχυρότερη όταν καταγγέλλει τον πόλεμο παρά όταν περιγράφει την ειρήνη με τις συμμαχίες, τις αποτροπές και τα διλήμματά της. Το σύνθημα «καμία εμπλοκή» ακούγεται καθαρό μέχρι να χρειαστεί να ορίσουμε τι σημαίνει για τις βάσεις, τις αμυντικές συμφωνίες, την Κύπρο, την Ουκρανία ή την προστασία των θαλάσσιων οδών.
Αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από το δικαίωμα της διαμαρτυρίας. Αντιθέτως, το κάνει πιο απαιτητικό. Η πορεία δεν είναι μόνο έκφραση θυμού· είναι δημόσια πρόταση για το πού πρέπει να σταθεί η χώρα.
Η κυβέρνηση δεν πρέπει να φοβάται τη δική της συμμαχία
Το υπουργείο Εξωτερικών ετοιμάζει τον έκτο Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–ΗΠΑ και η ΕΡΤ καταγράφει τρεις συμφωνίες ή μνημόνια συνεργασίας στην ατζέντα. Μια ώριμη κυβέρνηση μπορεί να υπερασπιστεί αυτές τις επιλογές δημόσια, χωρίς να χρειάζεται η εικόνα μιας αποστειρωμένης πόλης.
Οι ισχυρές συμμαχίες δεν δοκιμάζονται από ένα πανό. Δοκιμάζονται από το αν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αν έχουν αμοιβαιότητα και αν αντέχουν στον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η παρουσία διαδηλωτών δεν υπονομεύει τη χώρα. Μπορεί να θυμίζει στον επισκέπτη ότι μιλά με μια δημοκρατία, όχι με μια αίθουσα πρωτοκόλλου.
Η διαμαρτυρία χρειάζεται και δική της πειθαρχία
Η υπεράσπιση του δικαιώματος συνάθροισης δεν σημαίνει ανοχή στη βία, στην καταστροφή ή στην απόπειρα να ακυρωθεί με τη δύναμη μια νόμιμη επίσκεψη. Οι διοργανωτές μιας κινητοποίησης έχουν ευθύνη να περιγράψουν τη διαδρομή, να ορίσουν περιφρούρηση, να απομονώσουν πρακτικές που θέτουν ανθρώπους σε κίνδυνο και να συνεργαστούν για την ασφαλή αποχώρηση. Δεν είναι υποταγή στην Αστυνομία. Είναι σεβασμός στους ίδιους τους διαδηλωτές και στο μήνυμα που θέλουν να ακουστεί.
Αυτός είναι και ο πιο δύσκολος αντίλογος προς την Αριστερά. Δεν μπορεί να ζητά από το κράτος απόλυτη ακρίβεια και αναλογικότητα, αλλά να αντιμετωπίζει κάθε επεισόδιο ως ξένο προς τη δική της πολιτική ευθύνη. Η ελευθερία της συνάθροισης προστατεύεται καλύτερα όταν εκείνοι που την ασκούν δείχνουν ότι μπορούν να κρατήσουν τον δημόσιο χώρο ανοιχτό, ζωντανό και ασφαλή.
Αντίστοιχα, η Αστυνομία δεν μπορεί να επικαλείται αόριστα τον κίνδυνο χωρίς να εξηγεί γιατί η στοχευμένη αστυνόμευση δεν αρκεί. Μια διοίκηση που συνηθίζει τη γενική απαγόρευση χάνει σιγά σιγά την επιχειρησιακή ικανότητα να διαχειρίζεται τη δημοκρατική κανονικότητα. Και μια κοινωνία που συνηθίζει την απαγόρευση παύει να ρωτά αν υπήρχε ηπιότερο μέτρο.
Υπάρχει, τέλος, και η ευθύνη της ενημέρωσης. Τα μέσα δεν πρέπει να μετρούν μια πορεία μόνο με πλάνα έντασης ούτε μια επίσκεψη μόνο με τις χειραψίες. Ο πολίτης χρειάζεται να ξέρει ποιοι διαδήλωσαν, τι ζήτησαν, τι ακριβώς υπογράφηκε και ποια ήταν η αιτιολογία κάθε περιορισμού. Χωρίς αυτή την πλήρη εικόνα, η συζήτηση γίνεται διαγωνισμός εντυπώσεων ανάμεσα στο «όλα ήρεμα» και στο «όλα αυταρχικά».
Η δύσκολη μέση γραμμή είναι η δημοκρατική
Η σωστή απάντηση δεν είναι ούτε «κανένας περιορισμός ποτέ» ούτε «κλείστε το κέντρο για να τελειώνουμε». Είναι σχέδιο που επιτρέπει ορατή, ειρηνική διαμαρτυρία σε ασφαλή απόσταση, με σαφείς κανόνες, εκπαιδευμένη αστυνόμευση και πραγματική λογοδοσία αν αυτοί οι κανόνες παραβιαστούν.
Η Αθήνα μπορεί να φιλοξενήσει έναν ισχυρό ξένο υπουργό και, την ίδια ώρα, να ακούσει όσους διαφωνούν μαζί του. Αν δεν μπορεί, το πρόβλημα δεν είναι η διαδήλωση. Είναι η ανασφάλεια των θεσμών μας απέναντι στη δημοκρατία που υποτίθεται ότι προστατεύουν.
