Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026Πολιτική · Κοινωνία · Ιδέες
Πολιτική ενημέρωση
ΤΩΡΑ
Απόψεις

Όταν η κεντροαριστερά αλληλοσπαράσσεται, η ακροδεξιά περιμένει

Συντακτική Ομάδα · 18 Οκτωβρίου 2026 · 3′ ανάγνωση

Μοιραστείτε το

Δημήτρης Καραγεωργόπουλος
Μέλος Διοίκησης ΓΣΕΕ · Επικεφαλής «ΕΝΩΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ»

Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία. Οι προσωπικές προσβολές, όμως, δεν είναι πολιτικό σχέδιο. Και όταν η κεντροαριστερά αφιερώνει περισσότερο χρόνο στο να αποδομεί τον διπλανό της παρά στο να πείσει την κοινωνία ότι υπάρχει εναλλακτική διακυβέρνησης, το κόστος δεν περιορίζεται στα κομματικά της ποσοστά.

Οι τελευταίες ημέρες έφεραν νέα κλιμάκωση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Από το επίμαχο άρθρο του Θανάση Καρτερού για τον Νίκο Ανδρουλάκη έως τις αιχμές του Αλέξη Τσίπρα και τις σκληρές απαντήσεις της Χαριλάου Τρικούπη, η πολιτική διαφωνία υποχώρησε πίσω από προσωπικούς χαρακτηρισμούς και κατηγορίες για «τοξικότητα», «συλλογική αμνησία» και πολιτικές συμπλεύσεις.

Αυτή η σύγκρουση δεν ευνοεί μόνο τη Νέα Δημοκρατία. Τροφοδοτεί και μια επικίνδυνη, ισοπεδωτική πεποίθηση. Την πεποίθηση ότι «όλοι ίδιοι είναι», ότι όλοι ετοιμάζονται να συγκυβερνήσουν με τη ΝΔ, ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές πολιτικές διαφορές, παρά μόνο κρυφές ατζέντες και κυβερνητικά κοστούμια που ράβονται στο παρασκήνιο.

Όταν τα κόμματα δεν εξηγούν καθαρά τι τα χωρίζει και τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφήνουν την κοινωνία να βγάλει μόνη της το πιο εύκολο συμπέρασμα: πως η πολιτική είναι ένας καβγάς για την εξουσία χωρίς πραγματικό διακύβευμα. Η απάντηση δεν είναι να σιωπήσει η αντιπολίτευση ούτε να κρύψει τις διαφωνίες της. Είναι να τις συζητήσει με πολιτικούς όρους, με προτάσεις και καθαρές δεσμεύσεις. Η κριτική προς τον αντίπαλο δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται και πειστική απάντηση στο ερώτημα τι θα αλλάξει για τον πολίτη.

Την ώρα που ο προοδευτικός χώρος αναμετριέται για την πρωτοκαθεδρία σε ολοένα πιο κατακερματισμένες δεξαμενές ψηφοφόρων, ο ακροδεξιός χώρος αναζητά τρόπο να επιστρέψει στο προσκήνιο. Δεν μιλάμε μόνο για τα στελέχη και τα δίκτυα που συνδέθηκαν με τη Χρυσή Αυγή. Μιλάμε και για πολιτικές δυνάμεις που επενδύουν στον φόβο, στον αποκλεισμό και στην εχθρότητα απέναντι στη διαφορετικότητα, συχνά με πιο προσεκτική δημόσια βιτρίνα. Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η συζήτηση για την πολιτική του επανεμφάνιση υπενθυμίζουν ότι η δικαστική καταδίκη μιας εγκληματικής οργάνωσης δεν εξαφανίζει αυτομάτως τις ιδέες και τα δίκτυα που τη στήριξαν.

Υπάρχει και η εμπειρία της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ την περίοδο 2015–2019. Οι ΑΝΕΛ, με πρόεδρο τον Πάνο Καμμένο, αποτέλεσαν κυβερνητικό εταίρο της τότε κυβέρνησης. Ο ίδιος έχει δηλώσει δημόσια ότι το κόμμα του δεν θα συμμετάσχει στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση, αλλά μπορεί να εμπλακεί σε δεύτερη, εφόσον χρειαστεί για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Αυτή είναι μια πολιτική δήλωση, όχι απόδειξη ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη το σχέδιο επιστροφής που περιγράφεται ως παρασκηνιακή επιχείρηση. Είναι, όμως, αρκετή για να θυμίσει ότι τα σχήματα διαμαρτυρίας μπορούν να επιστρέψουν όταν θεωρήσουν πως υπάρχει εκλογικό κενό και ευκαιρία μετεκλογικής διαπραγμάτευσης.

Δεν χρειάζεται να προεξοφλήσουμε ότι τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα θα συγκεντρώσουν 55% ή 60% για να πάρουμε στα σοβαρά τον κίνδυνο. Οι πρόσφατες μετρήσεις καταγράφουν αξιοσημείωτη παρουσία κομμάτων που τοποθετούνται στον χώρο της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, ενώ η πολιτική ρευστότητα παραμένει μεγάλη. Οι αριθμοί μιας δημοσκόπησης δεν είναι πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος, είναι, όμως, υπενθύμιση ότι κανένας πολιτικός χώρος δεν μπορεί να θεωρεί τις κοινωνικές διαθέσεις δεδομένες.

Η ακροδεξιά δεν χρειάζεται πάντα να πείσει την πλειοψηφία. Αρκεί να εκμεταλλευτεί την απογοήτευση, την ανασφάλεια και την ιδέα ότι η δημοκρατική πολιτική δεν προσφέρει επιλογές. Γι’ αυτό η κεντροαριστερά έχει ευθύνη που ξεπερνά την κομματική της επιβίωση. Έχει την ευθύνη να δείξει με συγκεκριμένες προτάσεις ότι οι διαφορές της είναι αληθινές, ότι οι συνεργασίες κρίνονται με δημόσιους και καθαρούς όρους και ότι η πολιτική μπορεί να παράγει λύσεις.

Αν συνεχίσει να σφάζεται για την επικυριαρχία σε άδειες δεξαμενές, δεν θα έχει απλώς χάσει μια εκλογική μάχη. Θα έχει αφήσει χώρο σε όσους θέλουν να μετατρέψουν την οργή σε μίσος και την αμφισβήτηση σε περιφρόνηση για τη δημοκρατία. Εκεί βρίσκεται ο κώδωνας του κινδύνου. Και δεν πρέπει να περιμένουμε να χτυπήσει δυνατότερα για να τον ακούσουμε.

Κοινοποίηση στο Facebook

Μοιραστείτε το