ΑΠΟΨΗ | Συντακτική Ομάδα
Το προοδευτικό ζητούμενο δεν είναι περισσότερες δόσεις για όλους, αλλά βιώσιμη ρύθμιση, κοινωνικά κριτήρια και πρόληψη νέων οφειλών.
Οι 120 δόσεις έχουν μια μαγική ιδιότητα στην ελληνική πολιτική: χωρούν σε τίτλο, ακούγονται γενναιόδωρες και μεταθέτουν τη δύσκολη ερώτηση. Πόσο από το χρέος μπορεί πράγματι να πληρωθεί; Η κυβέρνηση επαναφέρει το εργαλείο, το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ ζητούν ευρύτερους όρους, και όλοι κινδυνεύουν να συζητούν τον αριθμό των μηνών σαν να ήταν κοινωνική πολιτική από μόνος του.
Δεν είναι. Μια ρύθμιση που απλώς απλώνει μια μη βιώσιμη οφειλή σε δέκα χρόνια δεν σώζει τον οφειλέτη· παρατείνει την αναμονή της αποτυχίας. Από την άλλη, μια γενική διαγραφή χωρίς κριτήρια θα επιβράβευε όσους μπορούσαν αλλά επέλεξαν να μην πληρώνουν και θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη εκείνων που πληρώνουν με θυσίες. Η προοδευτική απάντηση βρίσκεται ανάμεσα στα δύο συνθήματα και είναι διοικητικά δυσκολότερη.
Το χρέος έχει βιογραφία
Δεν είναι όλοι οι οφειλέτες ίδιοι. Υπάρχει ο μικρός επαγγελματίας που έχασε τζίρο στην πανδημία, το νοικοκυριό που βρέθηκε με ασθένεια, ο αγρότης που χτυπήθηκε από καταστροφή, αλλά και η επιχείρηση που μεταφέρει περιουσία ενώ αφήνει οφειλές. Η ίδια φόρμουλα δεν μπορεί να δώσει δίκαιη λύση σε όλους.
Η ΕΛΑΣ ζητά διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων για όσους τηρούν τη ρύθμιση, χαμηλότερο επιτόκιο και δόση συνδεδεμένη με τη δυνατότητα πληρωμής. Η λογική είναι ισχυρή. Χρειάζεται όμως μηχανισμός επανελέγχου εισοδήματος, περιουσίας και πορείας της επιχείρησης. Χωρίς διοικητική ικανότητα, η εξατομίκευση καταλήγει είτε σε αυθαιρεσία είτε σε καθυστέρηση.
Τα επίσημα στοιχεία του εξωδικαστικού δείχνουν 21,2 δισ. ευρώ συνολικών ρυθμίσεων και ισχυρή επίδοση τον Σεπτέμβριο. Είναι πρόοδος. Δεν αρκεί όμως να μετράμε τη στιγμή της υπογραφής. Θέλουμε να ξέρουμε πόσες ρυθμίσεις παραμένουν ενήμερες μετά από δώδεκα και είκοσι τέσσερις μήνες. Μια επιτυχής αίτηση δεν είναι ακόμη επιτυχής επανένταξη.
Το κράτος δεν πρέπει να κερδίζει από την αδυναμία
Το επιτόκιο μιας κοινωνικής ρύθμισης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ουδέτερο τεχνικό μέγεθος. Αν είναι υψηλότερο από την πραγματική ικανότητα αύξησης του εισοδήματος, η οφειλή παραμένει βαριά ακόμη και με πολλές δόσεις. Ειδικά οι προσαυξήσεις μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι το κράτος κερδίζει από το γεγονός ότι κάποιος καθυστέρησε επειδή δεν μπορούσε.
Αυτό δεν σημαίνει μηδενικό κόστος για όλους. Σημαίνει διαβαθμισμένο επιτόκιο, διαγραφή μέρους των προσαυξήσεων όταν τηρείται η συμφωνία και αυτόματη επανεξέταση όταν αλλάζει δραματικά το εισόδημα. Σημαίνει επίσης μία συνολική εικόνα οφειλών, ώστε ο πολίτης να μη ρυθμίζει εφορία, ταμείο και τράπεζα με τρεις δόσεις που ξεχωριστά φαίνονται μικρές και μαζί γίνονται αδύνατες.
Ο αντίλογος της δημοσιονομικής πειθαρχίας
Η κυβέρνηση θα πει —όχι αβάσιμα— ότι πολύ ευνοϊκές ρυθμίσεις δημιουργούν προσδοκία νέας ρύθμισης και ενθαρρύνουν την αναμονή. Αν κάθε τέσσερα χρόνια ανακοινώνονται περισσότερες δόσεις, ο συνεπής αισθάνεται ανόητος και ο ασυνεπής δικαιωμένος.
Η απάντηση δεν είναι να τιμωρούμε τον αδύναμο για να στείλουμε μήνυμα στον πονηρό. Είναι να κάνουμε την επόμενη ρύθμιση μόνιμο, προβλέψιμο πλαίσιο και όχι προεκλογικό παράθυρο. Όποιος αποδεδειγμένα δεν μπορεί, παίρνει βιώσιμη δεύτερη ευκαιρία. Όποιος κρύβει πόρους, δεν προστατεύεται. Όποιος τηρεί τη συμφωνία, ανταμείβεται με σταδιακή διαγραφή προσαυξήσεων. Όποιος την εγκαταλείπει χωρίς νέα πραγματική αδυναμία, δεν περιμένει καλύτερη προσφορά σε δύο χρόνια.
Το χρέος γεννιέται και μετά τη ρύθμιση
Υπάρχει ένα ακόμη ταμπού. Η ρύθμιση ασχολείται με το παρελθόν, αλλά η ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος, τα χαμηλά περιθώρια μικρών επιχειρήσεων και η ανασφάλεια εργασίας συνεχίζουν να παράγουν νέο χρέος. Αν δεν αλλάξει το τρέχον ισοζύγιο, η παλιά οφειλή ρυθμίζεται ενώ δίπλα της γεννιέται καινούργια.
Γι’ αυτό η πολιτική χρέους πρέπει να συνδέεται με ενεργειακή εξοικονόμηση, πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση, συμβουλευτική μικρών επιχειρήσεων και ενίσχυση εισοδήματος. Δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι πρόληψη μιας νέας γενιάς ληξιπρόθεσμων.
Χρειάζεται ακόμη δωρεάν και ανεξάρτητη υποστήριξη πριν από την αίτηση. Ο μικρός επαγγελματίας δεν έχει πάντοτε λογιστή, νομικό και χρηματοοικονομικό σύμβουλο για να αντιπαρατεθεί με τράπεζες, servicers και δημόσιες υπηρεσίες. Μια δημόσια υπηρεσία συμβουλευτικής χρέους, με σαφείς κανόνες δεοντολογίας, θα μείωνε τις αποτυχημένες αιτήσεις και θα περιόριζε την αγορά ακριβών «διαμεσολαβητών» που υπόσχονται βέβαιες διαγραφές. Η ισότητα στη ρύθμιση αρχίζει από την ισότητα στην πρόσβαση σε γνώση.
Η δημόσια συζήτηση για servicers, πλαφόν και δόσεις έχει ανοίξει. Το προοδευτικό καθήκον δεν είναι να ζητήσει απλώς 121 αντί για 120. Είναι να απαιτήσει διαφάνεια για το συνολικό κόστος, ποσοστά διατήρησης των ρυθμίσεων και καθαρή κοινωνική στόχευση.
Η δεύτερη ευκαιρία μετριέται στη ζωή μετά τη ρύθμιση
Ένας οφειλέτης δεν έχει σωθεί επειδή πάτησε «υποβολή». Έχει σωθεί όταν, δύο χρόνια αργότερα, πληρώνει τη δόση, τις τρέχουσες υποχρεώσεις και μπορεί ακόμη να ζει ή να κρατά την επιχείρηση ανοιχτή. Αυτός πρέπει να είναι ο δείκτης επιτυχίας.
Αν το υπουργείο δημοσιεύει ανά τρίμηνο ποσοστά επιβίωσης των ρυθμίσεων, μέση μείωση οφειλής και λόγους απόρριψης, η αντιπαράθεση θα γίνει επιτέλους ουσιαστική. Αν μείνει μόνο στον αριθμό των νέων συμφωνιών, κάθε κυβέρνηση θα μπορεί να γιορτάζει στην είσοδο μιας διαδικασίας χωρίς να λογοδοτεί για το αποτέλεσμά της.
Η λογοδοσία αυτή θα βοηθήσει και την αντιπολίτευση να προτείνει διορθώσεις πάνω σε πραγματικές αποτυχίες, όχι σε βολικές γενικεύσεις.
Οι 120 δόσεις μπορεί να είναι μέρος της λύσης. Όχι το όνομά της. Η κοινωνική πολιτική αρχίζει όταν η ρύθμιση ξαναδίνει μέλλον, όχι όταν απλώς αλλάζει το ημερολόγιο της οφειλής.
