«Οι νέοι φεύγουν, η κυβέρνηση πανηγυρίζει…»

«Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του δεν έχουν καταλάβει καθόλου πώς δουλεύει η αγορά εργασίας. Νομίζουν ότι με μεγαλοστομίες, περιορισμούς και απαγορεύσεις θα εξαναγκάσουν τις επιχειρήσεις σε προσλήψεις.»

Με αυτή την φράση σχολιάζει το «Ποτάμι» την επίσκεψη Tσίπρα στο Υπουργείο Εργασίας και τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες, συνεχίζοντας ως εξής:

«Την ίδια ώρα κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν κάθε επένδυση και να τρομοκρατήσουν κάθε προσπάθεια να στηθεί μια νέα δουλειά, να παραχθεί ένα νέο αγαθό ή υπηρεσία, να ξεκολλήσει η οικονομία από την ύφεση.

Το ταμείο στην απασχόληση είναι απογοητευτικό. Οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν είναι θέσεις αμυντικές, προσωρινές και αβέβαιες -δουλειές που ταιριάζουν στο σκοτάδι της ύφεσης. Όσες δουλειές δημιουργήθηκαν τις οφείλουμε στα δειλά βήματα ευελιξίας και απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας που θεσπίστηκαν με βαριά καρδιά από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις.

Μέτρα, δηλαδή, που κατήγγελλε η σημερινή… Όμως αυτές οι δουλειές έπρεπε να αποτελούν απλώς τον προθάλαμο της ανάκαμψης. Θα έπρεπε να βοηθήσουν να γυρίσει ο τροχός της εμπιστοσύνης στην οικονομία και στις προοπτικές της. Και, καθώς αυτή θα ανέκαμπτε, θα έδιναν τη θέση τους σε μονιμότερες και καλύτερα αμειβόμενες δουλειές.

Αυτό δεν έγινε και δεν φαίνεται πως θα γίνει γρήγορα. Διότι η κυβέρνηση νομίζει πως δουλειές ανοίγουν με ρουσφέτια και ιδεοληψίες κολλημένων μυαλών σε έναν κόσμο που έσβησε εδώ και 40 χρόνια. Πως άμα τρίξει τα δόντια και απειλήσει με ακραία συνδικαλιστική ρητορική, τότε «θα γίνουν προσλήψεις».

Χωρίς επενδύσεις και κλίμα σταθερά φιλικό στην επιχειρηματικότητα δεν θα δημιουργηθεί καμία καλή δουλειά έξω από τα γραφεία των κυβερνητικών…

Όσους ημέτερους κι αν προσλάβουν, όσο αυξάνουν τους φόρους για να τους πληρώσουν, οι θέσεις εργασίας στην πραγματική οικονομία θα γίνονται όλο και λιγότερες, όλο και πιο επισφαλείς. Δυστυχώς.

Η ανεργία δεν είναι η μοίρα μας. Είναι απλώς το αποτέλεσμα της ανικανότητας και της άγνοιας μιας ακατάλληλης κυβέρνησης. Και εν τω μεταξύ, όποιος νέος μπορεί να φύγει, το κάνει.»