Παπανδρέου για κυβέρνηση: Παριστάνει ότι διαπραγματεύτηκε σκληρά

Συνάντηση Εργασίας με στελέχη του ΚΙΝΗΜΑτος είχε ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος Γιώργος Παπαπνδρέου.

Ο κ. Παπανδρέου τόνισε αναφορικά με την τις εξελίξεις στην Κεντροαριστερά ότι «οργανώνουμε Εθνική Συνδιάσκεψη όπου θα συναποφασίσουμε το προγραμματικό πλαίσιο και θα αναδείξουμε τα όργανα του Κινήματος. Αυτή η Συνδιάσκεψη οριοθετεί μια νέα σελίδα στην ιστορία του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας (…). Μας είναι αδιάφορο το παιχνίδι της εξουσίας μόνο για την εξουσία. Ιδρυθήκαμε και προχωράμε με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της χώρας.»

Στην συνέχεια, εκτόξευσε τα «πυρά» του στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, λέγοντας πως «η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παριστάνει ότι διαπραγματεύτηκε σκληρά. Το μόνο που πέτυχε, αφού παραβίασε όλες τις υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές που η ίδια έθετε, είναι πως όταν κλείσει η συμφωνία, θα φέρει νέα μέτρα ύψους 3,6 δισ., χωρίς αλλαγές στους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα, χωρίς ανακοινώσεις για το χρέος. Συντήρησε για πολλούς μήνες την αβεβαιότητα και στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία με τα capital controls, τη διαρροή των καταθέσεων, την αύξηση των κόκκινων δανείων, την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, συνέβαλε στην παράταση της ύφεσης.»

Διαβάστε αναλυτικά σημεία εισήγησης του Γιώργου Παπανδρέου:

“Σήμερα απευθύνουμε ανοιχτή πρόσκληση να συμμετάσχουν στη συνδιάσκεψή μας, μέλη και φίλοι του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό για μία Συνδιάσκεψη βάσης, χωρίς αποκλεισμούς, μακριά από λειτουργίες προσωπικών μηχανισμών και συσχετισμών.

Αποφασίζουμε το επόμενο βήμα. Οργανώνουμε Εθνική Συνδιάσκεψη όπου θα συναποφασίσουμε το προγραμματικό πλαίσιο και θα αναδείξουμε τα όργανα του Κινήματος.

Καλώ όλους τους Έλληνες και όλες τις Ελληνίδες που αισθάνονται ότι αξίζει – πέρα από τον προσωπικό ορίζοντα της καθημερινότητας – να δίνει κάποιος μάχες εμπροσθοφυλακής για τη χώρα, να συμμετάσχουμε και να δώσουμε θετική απάντηση.

Καλώ όλους να σταθούν μαζί μας σε αυτόν τον αγώνα, αγώνα κοινό, για την Ελλάδα των αξιών – απελευθερωμένη από δουλείες, παραγωγική, δημιουργική, στοργική και περήφανη.

Για μια πολιτεία που θα σέβεται το βιος και τα δικαιώματα του πολίτη, θα υπηρετεί αντί να εμποδίζει τον νέο, θα καινοτομεί αντί να αναπαράγει κατεστημένες αντιλήψεις και πρακτικές.

Αυτή η Συνδιάσκεψη οριοθετεί μια νέα σελίδα στην ιστορία του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας.

Έχουμε πει – με την ωριμότητα και με το βάθος της εμπειρίας και γνώσης που αποκτήσαμε μέσα από αγώνες για την σωτηρία της χώρας, ότι το ΚΙΝΗΜΑ μας έχει γυρίσει την πλάτη του στη μάχη των αξιωμάτων και της θεσιθηρίας.

Μας είναι αδιάφορο το παιχνίδι της εξουσίας μόνο για την εξουσία. Ιδρυθήκαμε και προχωράμε με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της χώρας.

Μια χώρα που διαθέτει πολλά πλεονεκτήματα, που έχει δυνατότητες, που δεν στερείται ούτε ανθρώπινου δυναμικού, ούτε πλουτοπαραγωγικών πόρων, ούτε τελικά και χρημάτων, εάν και μόνο αξιοποιήσουμε σωστά τις δυνατότητες αυτές.

Και αυτό αποτελεί το διακύβευμα, γιατί η λεηλάτηση των πόρων, ο παρασιτισμός αντί της παραγωγής, έφεραν και την εξάρτηση και την περιθωριοποίηση της χώρας, και τελικά, το κόστος που κλήθηκαν να πληρώσουν οι Έλληνες.

Με αυτές τις σκέψεις, δίνουμε το στίγμα της Συνδιάσκεψης που θέλουμε για το ΚΙΝΗΜΑ μας στις αρχές Ιουνίου.

Είναι μια Συνδιάσκεψη ανοικτή προς την κοινωνία και το μέλλον, μια Συνδιάσκεψη που καταξιώνει τη δημοκρατία και τη λαϊκή συμμετοχή.

Το έχουμε ανάγκη – τόσο η χώρα, όσο και ο Ελληνικός λαός.

Συνδιάσκεψη, οικονομική αυτοτέλεια, οργάνωση εκδηλώσεων, επικοινωνία.

Ζήτησα να βρεθούμε για να ανταλλάξουμε σκέψεις και ιδέες ενόψει της 3ης ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, στις αρχές Ιουνίου, αλλά και ενόψει του ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗΣ που θα γίνει στα τέλη Ιουνίου.

Επειδή λοιπόν, μεσολαβεί και το Πάσχα, οπότε θα χαθεί κάποιος χρόνος, καλό είναι να έχουμε διαμορφώσει έγκαιρα τις προϋποθέσεις για μια επιτυχή ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ, αλλά και να έχουμε συζητήσει κάποια πράγματα για το πώς κινούμαστε στο πλαίσιο της συνεργασίας με τη ΔΗΣΥ.

Πρώτα όμως, θα ήθελα να πω κάποιες σκέψεις για τη συγκυρία.

Διεθνώς, το περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως βεβαρημένο, ακόμα περισσότερο στην περιοχή μας.

Αντί να οδηγούμαστε σε ένα πλαίσιο δημοκρατικής διακυβέρνησης σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή ένα πλαίσιο αρχών και κανόνων που θα διέπουν μια πολυπολική διεθνή πραγματικότητα, όπου αυτές τις αρχές και τους κανόνες σέβονται όλοι, μπαίνουμε σε ένα νέο γεωπολιτικό παιχνίδι ανταγωνισμού με μεθόδους και πρακτικές που ξεφεύγουν ή δεν καλύπτονται από το διεθνές δίκαιο, ένα παιχνίδι από τη μία εντυπώσεων, από την άλλη επίδειξης ή και επιβολής δύναμης.

Είτε με βομβαρδισμούς και με πυραύλους – δοκιμές ή πραγματικά χτυπήματα, είτε με το χάκιγκ σε θεσμούς της πολιτείας, είτε με την συστηματική καλλιέργεια προπαγάνδας και των λεγόμενων ψεύτικων ειδήσεων, βλέπουμε την υπονόμευση δημοκρατικών διαδικασιών, την ανάδειξη αυταρχικών προσωπικοτήτων, τη μετατροπή δημοκρατικών δομών σε πιο συγκεντρωτικές μορφές διακυβέρνησης.

Βλέπουμε την περιθωριοποίηση του πολίτη, την προσπάθεια χειραγώγησής του, την ανισορροπία και ανισότητα που από οικονομική μετατρέπεται σε πολιτική, μιντιακή, τεχνολογική, εις βάρος της κοινωνίας.

Βλέπουμε κοινωνίες αλλά και το παγκόσμιο σύστημα, να υιοθετεί όλο και περισσότερο τη λογική ότι θα ισχύσει το δίκιο του ισχυρού.

Αυτό θα υπονομεύει συνεχώς την περιφερειακή και διεθνή σταθερότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αξιολογήσουμε και κατανοήσουμε τις διάφορες εξελίξεις στην περιοχή μας.

Από τη μία, η πρόσφατη αμερικανική επέμβαση στη Συρία, που αναζωπυρώνει τα πάθη στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, διαμορφώνοντας παράλληλα εντάσεις στη διεθνή σκακιέρα μεταξύ των μεγάλων παικτών, αλλά και με παρατηρητή την ΕΕ – κάτι καθόλου καλό.

Από την άλλη, το παιχνίδι εντυπώσεων του Ερντογάν, με αφορμή και το επικείμενο δημοψήφισμα στη γειτονική χώρα, που δυστυχώς, βάζει στο κάδρο και εμάς. Και μάλιστα, σε μια περίοδο που συνεχίζονται μετ’ εμποδίων οι συζητήσεις για το Κυπριακό.

Η Ευρώπη – από την ίδρυσή της, βασίζεται στις αρχές του δικαίου. Αλλιώς τόσες διαφορετικές χώρες και λαοί δεν θα μπορούσαν να συνυπάρξουν.

Στη λογική ενός ευρωπαϊκού πατριωτισμού που βασίζεται στην προσήλωση σε αρχές και κανόνες.

Αυτά, δηλαδή, που δημιουργούν τη συνοχή και τη δυνατότητα και συνύπαρξης αλλά και κοινών πολιτικών – μια δύναμη εντός και εκτός Ευρώπης.

Αυτό το εγχείρημα που λέγεται ΕΕ, θα μπορούσε να είναι το πρόπλασμα για θεσμούς πέραν της Ευρωπαϊκής ηπείρου, δηλαδή μιας παγκόσμιας συνεννόησης για το καλό της ανθρωπότητας.

Φιλόδοξο μεν, αναγκαίο δε. Αν σκεφτούμε τις μεγάλες αλλαγές που έρχονται:

– Η απειλή της κλιματικής αλλαγής, που μπορεί να φέρει το τέλος του πολιτισμού μας όπως τον ξέρουμε ή να γίνει μοχλός μιας ποιοτικής αλλαγής της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και της συνεργασίας μεταξύ των λαών, ενώνοντάς τους μπροστά στην κοινή απειλή.

– Η για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες ανάκαμψη και ανάδειξη σε ηγεμονική δύναμη της περιοχής της ανατολής, της Ασίας, με αιχμή την Κίνα. Ποια θα είναι και σε ποια βάση η νέα σχέση Δύσης και Ανατολής;

* Η πληθυσμιακή έκρηξη της Αφρικής, που αναδεικνύει τη σημασία της Αφρικανικής ηπείρου, που όμως μπορεί να καταλήξει στη μαζική μετανάστευση προς την Ευρώπη ή την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού για την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη και των δύο Ηπείρων.

* Η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού συστήματος διεθνώς με συνεπακόλουθη τη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ πολιτών, εργαζομένων και εργοδοτών και αποτέλεσμα τη γιγαντιαία ανισότητα – ύβρις, το να έχουν τα 8 πλουσιότερα άτομα στον κόσμο ισόποσα χρήματα με το 50% του φτωχότερου πληθυσμού του πλανήτη.

– Τέλος, η τεχνολογική έκρηξη, φέρνει τεράστιες δυνατότητες όπως και κινδύνους.

Πολλοί αποκαλούν αυτήν την εποχή – εποχή που ο άνθρωπος πλησιάζει τον Θεό σε δυνατότητες. Γιατί οι δυνατότητες είναι πια τόσες και τέτοιες, που μπορεί να δημιουργήσει όχι μόνο τεχνολογικά εξελιγμένα προϊόντα, ψηφιακά προϊόντα, αλλά ακόμα και να «δημιουργήσει» ή να αλλοιώσει τον ίδιον το άνθρωπο – μέσα από τη βιοτεχνολογία.

Όπως και η ρομποτική ή η τεχνητή νοημοσύνη που ανοίγει την ευκαιρία να υποκατασταθεί η χειρωνακτική και κάθε ρουτινιάρικη δουλειά από ρομπότ. Δηλαδή, να απελευθερωθεί ο άνθρωπος από την «αποξενωμένη» εργασία και να γίνει καθημερινός δημιουργός.

Μια εξέλιξη όμως, όπου ο έλεγχος, η ιδιοκτησία αυτών των νέων μέσων από ισχυρά οικονομικά κέντρα, θα μπορούσε να οδηγήσει τις κοινωνίες μας στην αθλιότητα των μόνιμων ανέργων και των λίγων πλουσίων.

Είναι λογικό αυτές οι εξελίξεις να προκαλούν και δέος και ανασφάλεια.

Όμως εάν υπήρχε ένα πλαίσιο αρχών, κριτηρίων, που θα διασφάλιζαν μια ειρηνική συνεργασία εντός και εκτός κρατών, για την αντιμετώπιση αυτών, τότε θα μπορούσαμε να είμαστε αισιόδοξοι για την πορεία της ανθρωπότητας.

Η ΕΕ αυτή την ευκαιρία καλείται να αξιοποιήσει.

Όμως, πώς διαχειρίστηκε την χρηματοπιστωτική κρίση, πώς διαχειρίστηκε, απούσα, την κρίση στον Αραβικό κόσμο – την Αραβική Άνοιξη, πώς διαχειρίστηκε το προσφυγικό αλλά και το αναπτυξιακό πρόβλημα της Ευρώπης;

Βλέπουμε μια Ευρώπη που δεν πιστεύει στον εαυτό της, που αρνείται να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της, που εύκολα ο ένας τα φορτώνει στον άλλον, που αρνείται να επενδύσει στο μέλλον, που κάνει δειλά βήματα χωρίς ρηξικέλευθες αλλαγές, ανοίγοντας διάπλατα την

πόρτα για κάθε ακραία και ανιστόρητη προσωπικότητα να παίζει με τον φόβο και την ανασφάλεια του πολίτη.

Και να υπονομεύει την κοινή πορεία της ΕΕ.

Πού είναι η Ευρώπη σήμερα;

Αυτήν την Ευρώπη οι προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να αναπροσανατολίσουν.

Δεν δεχόμαστε τη λογική μιας συμμαχίας ευρωπαϊκών έναντι μη ευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά μιας συμμαχίας υπέρ μιας άλλης πιο δίκαιης, πράσινης, αναπτυξιακής και ισχυρής ΕΕ.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια όμως καλούμαστε να δούμε και τη δικιά μας ιδιαίτερη ελληνική κρίση.

Χωρίς να περιμένουμε έξωθεν μάγους, ανατροπές, σωτήρες ή εχθρούς.

Τι μας συμφέρει, τι χρειάζεται, τι απαιτείται ώστε όχι μόνο να ξεπεράσουμε μια κρίση που χρονίζει και λόγω των δικών μας πολωτικών και μικροπολιτικών επιδιώξεων, αλλά και τι απαιτείται ώστε να κινηθούμε σωστά και με θετικό πρόσημο για την πορεία της χώρας στη νέα αυτή εποχή που διανύουμε διεθνώς.

Απαιτείται λοιπόν, πολύ μεγάλη προσοχή και αφοσίωση στη μεγάλη εικόνα αλλά και στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων, αντί για την τροφοδότηση πολώσεων με γνώμονα τα εσωτερικά ακροατήρια.

Την ίδια ώρα, βρισκόμαστε ενόψει εξελίξεων στην Ευρώπη, με δύο από τις λεγόμενες μεγάλες χώρες, σε προεκλογική περίοδο.

Γνωρίζετε καλά ότι, επιχειρείται από κάποιες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, όπως για παράδειγμα από το κυβερνών κόμμα, μια ανάγνωση αυτών των εξελίξεων, που σε μεγάλο βαθμό, δεν είναι τίποτα περισσότερο από προβολή δικών τους επιθυμιών ή και προσεγγίσεων – που απέχουν της πραγματικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, ο παρονομαστής παραμένει ο ίδιος.

Αντί για μια εθνική ισχυρή διαπραγματευτική στρατηγική, ετεροπροσδιορισμός και αποσπασματικές κινήσεις.

Αντί για ένα εθνικό σχέδιο για τη σημερινή και μελλοντική πορεία της χώρας, γνώμονας και εδώ, οι εντυπώσεις.

Αυτά αποτυπώνονται και στα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης, με την κατ’ αρχήν συμφωνία που επετεύχθη.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παριστάνει ότι διαπραγματεύτηκε σκληρά. Το μόνο που πέτυχε, αφού παραβίασε όλες τις υποτιθέμενες κόκκινες γραμμές που η ίδια έθετε, είναι πως όταν κλείσει η συμφωνία, θα φέρει νέα μέτρα ύψους 3,6 δισ., χωρίς αλλαγές στους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα, χωρίς ανακοινώσεις για το χρέος.

Συντήρησε για πολλούς μήνες την αβεβαιότητα και στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία με τα capital controls, τη διαρροή των καταθέσεων, την αύξηση των κόκκινων δανείων, την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, συνέβαλε στην παράταση της ύφεσης.

Η δεξιά αντιπολίτευση επιχειρεί να διαμορφώσει μια εικόνα φορέα σοβαρότητας.

Ουσιαστικά βεβαίως, δεν έχει και αυτή πρόταση εξόδου από την κρίση.

Σταδιακά, θα περιοριστεί σε μια προσπάθεια να εμφανίζεται καλύτερος διαχειριστής των πραγμάτων, αξιοποιώντας την κατάσταση που επικρατεί στην πραγματική οικονομία και την ανικανότητα της κυβέρνησης να παράξει κάποιο αξιοσημείωτο έργο για να βοηθήσει την οικονομία να πάρει μπροστά.

Και οι δύο δυνάμεις παραμένουν συντηρητικές γιατί έχουν μια πολύ κακή σχέση με την αλήθεια.

Οι μεν ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα και προσαρμόζονται στα κελεύσματα των δανειστών. Θέλουν να λένε ότι διαπραγματεύτηκαν για τα συμφέροντα του λαού, ότι δεν θέλουν αυτά για τα οποία συμφωνούν με τους εταίρους – και ποιος τα ήθελε ή τα θέλει, αλλά ουσιαστικά μέλημά τους είναι να συντηρούν τη θεωρία, ότι το μνημόνιο, η δανειακή σύμβαση, έφερε την κρίση.

Η δε ΝΔ δεν μπορεί να κρύβει συνεχώς τις δικές της ευθύνες, που βάση έχουν όχι την τυχαία διαχειριστική αστοχία αλλά την βαθύτερη αντίληψή της για το πώς θα λεηλατηθεί το κράτος από το κόμμα.

Και αρνείται να δει κατάφατσα τις αλήθειες στον τόπο μας.

Γιατί αυτό θα ήταν επώδυνο – ίσως όμως και λυτρωτικό για την παράταξή τους.

Μόνο εμείς αντιμετωπίσαμε με παρρησία την κατάσταση και μόνο εμείς περάσαμε μια πύρινη λαίλαπα ως παράταξη.

Και όμως, αν αυτά τα συνειδητοποιήσουμε και τα αξιοποιήσουμε θα γίνουμε η παράταξη, που άλλαξε για να αλλάξει και η Ελλάδα.

Πολύ απλά,

Η δεξιά δεν έχει προτεραιότητα τη χώρα.

Η δεξιά ενδιαφέρεται να επανακαταλάβει την εξουσία.

Η ΝΔ ενδιαφέρεται να εγκαθιδρύσει και πάλι το κράτος της δεξιάς.

Με αυτά τα δεδομένα, ο δικός μας ρόλος, του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Αρκεί να δράσουμε με πολιτικό πρόσημο και να αφήσουμε στην άκρη οτιδήποτε άλλο.

Και σε ό,τι αφορά τη δική μας αυτόνομη παρουσία και σε ό,τι αφορά τη λειτουργία μας στο πλαίσιο της συνεργασίας μας με τη ΔΗΣΥ.

Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι, παρά τις αδυναμίες μας, οργανωτικές, επικοινωνιακές, οικονομικές και άλλες, οι δυνατότητές μας είναι πολλές και ο ρόλος μας ως ΚΙΝΗΜΑ, είναι ιδιαίτερα σημαντικός.

Αυτό φαίνεται και από τη μέχρι στιγμής παρέμβασή μας στο πλαίσιο της ΔΗΣΥ.

Όπου η λειτουργία και η δράση μας μοναδικό γνώμονα έχουν την υπεράσπιση της θέση μας, ότι το διακύβευμα που αφορά τη χώρα και τον προοδευτικό χώρο είναι κοινό.

Και ότι, έναντι της διαχείρισης των πραγμάτων, προτάσσουμε την αλλαγή τους.

Εδώ ακριβώς είναι καθοριστικός ο δικός μας ρόλος. Και επιμένω, ότι πρέπει να είναι καταλυτικός ο ρόλος μας σε αυτό ακριβώς το μείζον ζήτημα, αφού γνωρίζουμε ότι, αυτό εντέλει αφορά τους Έλληνες και τη χώρα.

Για να το πετύχουμε, η λειτουργία και η δράση μας, πρέπει να έχουν ιδεολογικό, πολιτικό και μόνον πρόσημο.

Αν επιδιώξουμε με αφορισμούς την επίτευξη του στόχου μας, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι, να είμαστε αναποτελεσματικοί και καθόλου χρήσιμοι για τους Έλληνες και τη χώρα.

Και έχουμε μπροστά μας, μια μεγάλη δυνατότητα να διαμορφώσουμε τους καλύτερους δυνατούς όρους και τις προϋποθέσεις για αυτό το σκοπό.

Την 3η ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ.

Στο χέρι μας είναι, να αφοσιωθούμε σε αυτό το σκοπό και να διαμορφώσουμε τον πλέον αποτελεσματικό πολιτικό λόγο που θα μας επιτρέψει να καταφέρουμε την προώθηση της στρατηγική μας στόχευσης.

Την αλλαγή της χώρας.

Μια ακόμη σκέψη και θα επανέλθω στα δικά μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με δεδομένο ότι, βλέπει τα δικά του αδιέξοδα αλλά και τις δυνάμεις του να περιορίζονται, την επόμενη περίοδο και αφού κλείσει τα θέματα της διαπραγμάτευσης, θα αποδοθεί σε μια νέα προσπάθεια, να πείσει ότι, αυτός είναι ο φορέας που μπορεί να ηγηθεί στον ευρύτερο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, δεν λέω του δημοκρατικού σοσιαλισμού, και

μάλιστα, με ισχυρές δόσεις αριστεροσύνης, δήθεν, ώστε να περισώσει ό,τι μπορεί, και κυρίως για να πιέσει το δικό μας χώρο.

Σε αυτή του την προσπάθεια θα αναζητήσει στήριξη στην Ευρώπη, όπου εμφανίζεται ως δύναμη κοντά στη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, ως ο αξιόπιστος και ισχυρός συνομιλητής της στην Ελλάδα, ενώ στο εσωτερικό αυτοπαρουσιάζεται ως αριστερά που ουδόλως ενοχλείται από τη σταθερή συνεργασία με την ακροδεξιά των ΑΝΕΛ.

Σε αυτή του την προσπάθεια, θα δούμε να εκδηλώνεται ακόμη και επίθεση φιλίας.

Το θέμα, όπως είναι φανερό, δεν είναι τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τι κάνουμε εμείς.

Και δεν αρκεί να επαναλάβουμε ότι, για μας είτε δεξιά είτε αριστερή συντήρηση, είναι συντήρηση, αλλά πρέπει να διαμορφώσουμε ισχυρό λόγο και ανάλογη δράση, που να πείθουν ότι, ο δικός μας χώρος μπορεί να εκφράσει κυρίαρχα την προοδευτική πρόταση εξόδου από την κρίση, την προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης της χώρας μετά την κρίση απέναντι στη συντηρητική πρόταση.

Μόνον έτσι μπορούμε να καταστήσουμε ορατή τη διαφορά μας και από τη ΝΔ και από το ΣΥΡΙΖΑ.

Εξάλλου, δεν υπάρχει άλλη οδός για να αντιμετωπιστεί και η προσπάθεια της δεξιάς να παίξει το παιχνίδι της απαλλαγής από την αδιέξοδη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, αφού και η δεξιά θα επιχειρεί με τη στάση της να διαγράψει από τη σκέψη των πολιτών τις δικές της αδιέξοδες επιλογές.

Στην ουσία, και οι μεν και οι δε, διακατέχονται από τις ίδιες αντιλήψεις.

Υποτάσσουν το κράτος και χρησιμοποιούν την εξουσία ως να είναι ιδιοκτησία τους.

Μοναδικός τους σκοπός, η ιδιοποίηση του κράτους για την εξυπηρέτηση των δικών τους μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Κοινός σκοπός τους, η νομή της εξουσίας.

Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε την εξουσία.

Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά μας και από τους δύο.

Γι’ αυτό και εμείς αναλάβαμε το κόστος από την προσπάθεια για να βγει η χώρα από την κρίση.

Γι’ αυτό και οι Έλληνες κατά τη δική μας περίοδο διακυβέρνησης δεν κατέβαλαν τόσο μεγάλο κόστος όσο κλήθηκαν να πληρώσουν μετά, από τις αδιέξοδες πολιτικές επιλογές και του ενός και του άλλου.

Αντιθέτως,

Εμείς αναλάβαμε το κόστος για να μην το πληρώσουν οι Έλληνες και η χώρα.

Γι’ αυτό και,

Εμείς απαλλαγμένοι από το κακώς εννοούμενο πολιτικό συμφέρον, κινούμενοι έξω από τον μικροπολιτικό μικρόκοσμο, μπορούμε να μιλήσουμε με όρους αλήθειας.

Εμείς, που βάλαμε το εθνικό συμφέρον πριν από οτιδήποτε άλλο, γνωρίζουμε καλά, και δεν διστάζουμε να διαμηνύσουμε προς κάθε κατεύθυνση, ότι κανείς μόνος του δεν μπορεί.

Γιατί γνωρίζουμε καλύτερα από κάθε άλλον, ότι αν υπήρχε από την αρχή της κρίσης η μίνιμουμ στήριξη της εθνικής προσπάθειας από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, όπως συνέβη στις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα προσαρμογής, η Ελλάδα θα είχε βγει από τα μνημόνια εδώ και καιρό.

Έχουμε χρέος, λοιπόν, να θέσουμε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, την αναγκαιότητα της συνεννόησης των πολιτικών και παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Και να συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις προς αυτήν την κατεύθυνση, χωρίς να φοβόμαστε να πούμε ότι, δεν είναι ανάγκη να συγκυβερνάς για να μπορείς να βοηθήσεις τη χώρα.

Αυτή είναι μια καθαρή θέση, που δεν μπορεί να σκιαστεί από άλλες, οι οποίες επιδιώκοντας δήθεν την απαλλαγή από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, επιδιώκουν μαζί, όπως είπα πριν, και τη δική τους κυριαρχία στο πολιτικό σκηνικό, την παλινόρθωση της δεξιάς.

Αυτό δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε.

Και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι, και κάποιοι από το δικό μας χώρο, φαίνεται να ικανοποιούνται με την απαλλαγή από τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να βλέπουν τις επιδιώξεις της δεξιάς.

Και βέβαια, δεν μιλώ για όσους μπορεί να μην έχουν πρόβλημα με μια τέτοια εξέλιξη, αλλά για εκείνους που δεν αντιλαμβάνονται πως στις πλάτες των Ελλήνων δεν μπορεί να συνεχιστεί το παιχνίδι των πάσης φύσεως σωτήρων.

Δεν θα είναι εύκολο να πείσουμε για την ορθότητα και την αναγκαιότητα της δικής μας θέσης, αλλά αυτό είναι το έργο που πρέπει να υπηρετήσουμε.

Και οι δυσκολίες δεν θα είναι λίγες.

Όλα αυτά, διαμορφώνουν και την ατζέντα που καλούμαστε να συζητήσουμε στη ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ.

Για το λόγο αυτό, την επόμενη εβδομάδα, θα πρέπει να συναντηθούν τα μέλη της ΟΜΑΔΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ που θα έχουν το βάρος για την προετοιμασία της ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ, προκειμένου να αρχίσουν αμέσως το έργο τους.

Πολιτικά Κείμενα

Καταστατικό

Οργάνωση της ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ

Για να μπορέσουμε να είμαστε αποτελεσματικοί, στην ΟΜΑΔΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ, θα συμμετάσχουν και έμπειρα στελέχη και νεότερα, και το έργο της, ειδικά για τα πολιτικά κείμενα, θα υποστηρίξουν οι Συντονιστές των Τομέων του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ.

Τα παλαιότερα στελέχη του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ είναι έμπειρα και είμαι βέβαιος ότι, θα συμβάλλουν καθοριστικά ώστε να φέρουμε σε πέρας αυτό το εγχείρημα με τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο.

Πιστεύω ότι, δεν χρειάζεται κάποια γραφειοκρατία, αλλά πολιτική δουλειά.

Όσοι συμμετέχετε στην ΟΜΑΔΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ, και ειδικότερα όσοι ασχοληθείτε με τις πολιτικές μας θέσεις, θα πρέπει να δείτε με προσοχή τη θεματολογία των συζητήσεων που πρέπει να γίνουν στα Εργαστήρια, ώστε να διαμορφώσουμε ένα σύγχρονο, προοδευτικό και αποτελεσματικό πολιτικό λόγο.

Παράλληλα, θα πρέπει να δούμε και τη δουλειά μας στο πλαίσιο της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗΣ.

Σε δύο επίπεδα.

Το πρώτο αφορά τη συμμετοχή μας στα όργανα και τις επιτροπές της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.

Το δεύτερο αφορά τη συμμετοχή μας στις προσυνεδριακές διαδικασίες και στο συνέδριο της ΔΗΣΥ. Για το θέμα αυτό γίνεται μία προετοιμασία και θα υπάρξει συνεδρίαση του συντονιστικού της ΔΗΣΥ για να καταλήξουμε.

Θεωρώ ότι, αν κάτι έχει σημασία για εμάς, για το ΚΙΝΗΜΑ, είναι ο διακριτός, προοδευτικός και ρηξικέλευθος πολιτικός λόγος, που μπορεί να αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την ιδεολογική και πολιτική μας υπεροπλία.

Αυτή θα είναι και η προσφορά μας στον τόπο – και στις προοδευτικές δυνάμεις.

Καλή μας δουλειά.”

ΠΗΓΗ