ΑΠΟΨΗ | Συντακτική Ομάδα
Οι εκκλήσεις για σύγκλιση αποκτούν νόημα μόνο όταν απαντούν σε εξουσία, πρόγραμμα και διαφωνίες — όχι όταν ζητούν από τον ψηφοφόρο να ξεχάσει γιατί οι δρόμοι χώρισαν.
Μέσα σε δύο ημέρες ο προοδευτικός χώρος άκουσε τρεις εκδοχές της ίδιας αγωνίας. Ο Αλέξης Τσίπρας είπε ότι δεν επέστρεψε για να διαιρέσει αλλά για να ενώσει. Η Ρένα Δούρου παρουσίασε τον ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ ως εγγυητή μιας προγραμματικής σύγκλισης χωρίς απορρόφηση. Ο Νίκος Ανδρουλάκης επέμεινε ότι τη Νέα Δημοκρατία μπορεί να νικήσει μια ισχυρή Δημοκρατική Παράταξη με δικό της πρόγραμμα, όχι ένα «one man show».
Οι φράσεις διαφέρουν, αλλά μιλούν στην ίδια πολιτική πραγματικότητα: κανένας φορέας του ευρύτερου χώρου δεν φαίνεται σήμερα να διαθέτει μόνος του την κοινωνική και οργανωτική ισχύ για καθαρή κυβερνητική εναλλαγή. Αυτή η διαπίστωση δεν οδηγεί αυτομάτως σε κοινό ψηφοδέλτιο. Ούτε κάνει τις παλιές συγκρούσεις παιδικές παρεξηγήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει ακριβώς όταν η λέξη «ενότητα» χρησιμοποιείται για να παρακάμψει όλα όσα πρέπει να ειπωθούν.
Το άθροισμα δεν είναι σχέδιο
Υπάρχει μια τεμπέλικη αριθμητική που συνοδεύει κάθε συζήτηση συνεργασίας: προσθέτει ποσοστά κομμάτων, αφαιρεί τη ΝΔ και ανακοινώνει ότι βρέθηκε η λύση. Οι ψηφοφόροι δεν είναι μάρκες σε τραπέζι. Ένας ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ μπορεί να μην ακολουθήσει συμμαχία που θεωρεί επιστροφή στον ΣΥΡΙΖΑ του 2015. Ένας ψηφοφόρος της Αριστεράς μπορεί να μην δεχθεί πρόγραμμα που βλέπει ως διαχείριση της ίδιας οικονομικής κατεύθυνσης. Κάποιος που εμπιστεύεται τον Τσίπρα μπορεί να μην αισθάνεται ότι εκπροσωπείται από τις σημερινές ηγεσίες. Και πολλοί απλώς έχουν αποσυρθεί από όλη τη συζήτηση.
Η ενότητα δεν παράγει εμπιστοσύνη επειδή εμφανίζει περισσότερα λογότυπα. Παράγει εμπιστοσύνη όταν εξηγεί τι αλλάζει στη ζωή του πολίτη και ποιος αναλαμβάνει το κόστος της αλλαγής. Αν η σύγκλιση δεν μεταφράζεται σε δύσκολες κοινές δεσμεύσεις, είναι επικοινωνιακή φωτογραφία με ημερομηνία λήξης.
Πρώτα οι διαφωνίες
Η ώριμη συνεργασία δεν αρχίζει από όσα συμφωνούμε. Αρχίζει από όσα μπορούν να τη διαλύσουν. Ποια δημοσιονομικά πλεονάσματα θεωρούνται αποδεκτά; Πώς φορολογείται ο μεγάλος πλούτος; Τι γίνεται με τις ιδιωτικοποιήσεις, τις ΣΔΙΤ και τη δημόσια ενέργεια; Ποια γραμμή ακολουθεί η χώρα για εξοπλισμούς, ΗΠΑ, Τουρκία και Παλαιστίνη; Πώς επιλέγεται η ηγεσία ενός κοινού σχήματος; Ποιος έχει τον τελευταίο λόγο όταν οι εταίροι διαφωνούν;
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες για μετά τις εκλογές. Είναι η ουσία της εντολής που θα ζητηθεί πριν από αυτές. Η απόκρυψή τους πίσω από τη λέξη «προοδευτικός» οδηγεί σε κυβέρνηση που θα συγκρουστεί με τον εαυτό της την πρώτη δύσκολη εβδομάδα.
Η αυτονομία δεν είναι αυτισμός
Το ΠΑΣΟΚ έχει δίκιο όταν αρνείται να γίνει συμπλήρωμα μιας αρχηγικής πρωτοβουλίας. Χωρίς αυτονομία δεν υπάρχει διαπραγμάτευση, υπάρχει προσχώρηση. Έχει άδικο αν μετατρέπει την αυτονομία σε μόνιμη άρνηση διαλόγου ή αν πιστεύει ότι ο ιστορικός του τίτλος αρκεί για να επιστρέψουν κοινωνικά στρώματα που απομακρύνθηκαν.
Η ΕΛΑΣ έχει δίκιο όταν επιμένει ότι η ενότητα χρειάζεται νέα πολιτική δυναμική και κοινωνικό σχέδιο. Έχει άδικο αν θεωρεί ότι η επιστροφή ενός ισχυρού προσώπου λύνει αυτομάτως ζητήματα αξιοπιστίας, συλλογικότητας και απολογισμού της προηγούμενης διακυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ έχει δίκιο όταν μιλά για προγραμματική σύγκλιση χωρίς απορρόφηση. Έχει άδικο αν ζητά ρόλο εγγυητή χωρίς να εξηγεί πώς θα ξεπεράσει τις δικές του διασπάσεις και την κρίση εμπιστοσύνης.
Όχι λευκή επιταγή στους αρχηγούς
Η συζήτηση διεξάγεται υπερβολικά συχνά σαν παρτίδα μεταξύ τριών ή τεσσάρων προσώπων. Ποιος θα κάνει το πρώτο τηλεφώνημα, ποιος θα καθίσει στο κέντρο, ποιος θα δεχθεί προκριματικές εκλογές. Η κοινωνία εμφανίζεται στο τέλος, ως κοινό που θα επικυρώσει τον συμβιβασμό.
Μια πραγματικά προοδευτική διαδικασία πρέπει να κινηθεί ανάποδα: θεματικές δημόσιες συνελεύσεις, κοινές κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες όπου υπάρχει συμφωνία, ανεξάρτητη κοστολόγηση προτάσεων και καθαρός μηχανισμός συμμετοχής συνδικάτων, αυτοδιοίκησης, νέων και κινημάτων. Όχι για να υποκαταστήσουν τα κόμματα, αλλά για να μην είναι η συνεργασία ιδιωτική συμφωνία κορυφής.
Μια δοκιμή πριν από το μεγάλο άλμα
Δεν χρειάζεται να συμφωνηθούν όλα αύριο. Υπάρχουν πεδία όπου μπορεί να δοκιμαστεί η αξιοπιστία: προστασία πρώτης κατοικίας, συλλογικές συμβάσεις, ανεξαρτησία αρχών, διαφάνεια δημοσίων συμβάσεων, δημόσια υγεία, σχολική στέγη. Αν οι δυνάμεις δεν μπορούν να συντάξουν πέντε κοινές νομοθετικές προτάσεις με κόστος και χρονοδιάγραμμα, δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι μπορούν να κυβερνήσουν μαζί.
Η συνεργασία θα αποκτήσει κοινωνική αξία όταν πάψει να είναι τεχνική αποτροπής μιας ακόμη θητείας της ΝΔ και γίνει θετική υπόσχεση άλλης διακυβέρνησης. Αυτό απαιτεί και σύνορα: τι δεν θα κάνει μια προοδευτική κυβέρνηση, με ποιους δεν θα συνεργαστεί, ποια δικαιώματα δεν θα ανταλλάξει με τη σταθερότητα.
Η δύσκολη λέξη είναι εμπιστοσύνη
Η κεντροαριστερά και η Αριστερά έχουν αρκετά πρόσωπα, σύμβολα και ιστορίες. Αυτό που τους λείπει είναι η πεποίθηση ότι μπορούν να διαφωνήσουν χωρίς να διαλυθούν και να κυβερνήσουν χωρίς να διαψεύσουν την εντολή τους. Η εμπιστοσύνη δεν ζητείται με επίκληση της παράταξης. Χτίζεται με αλήθεια για το παρελθόν, κανόνες για το παρόν και δεσμεύσεις για το μέλλον.
Η ενότητα αξίζει μόνο αν κάνει την πολιτική πιο καθαρή, όχι πιο θολή. Αν έρθει ως κορυφαία συμφωνία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο, θα αποτύχει πριν στηθούν οι κάλπες. Αν γεννηθεί από κοινές πράξεις και ειλικρινείς διαφωνίες, μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από οικογενειακή φωτογραφία: μια νέα δημοκρατική σχέση με πολίτες που έχουν κουραστεί να καλούνται απλώς να διαλέξουν ποιος θα τους απογοητεύσει λιγότερο.
