ΑΠΟΨΗ | Συντακτική Ομάδα
Η άμεση ενίσχυση είναι αναγκαία, αλλά χωρίς δημόσιες εστίες και προσιτή προσφορά κινδυνεύει να γίνει μόνιμη επιδότηση των υψηλών ενοικίων.
Το ποσό είναι εντυπωσιακό και το πρόβλημα πραγματικό. Η πρόταση της ΕΛΑΣ για 500 ευρώ τον μήνα σε κάθε φοιτητή που σπουδάζει μακριά από το σπίτι του ακουμπά μια πληγή που οι περισσότερες οικογένειες μετρούν ήδη στο τραπέζι: ενοίκιο, λογαριασμοί, μετακινήσεις, δεύτερο νοικοκυριό. Ακριβώς επειδή η ανάγκη είναι τόσο μεγάλη, η προοδευτική πολιτική δεν δικαιούται να σταματήσει στο επίδομα.
Η εύκολη υπόσχεση είναι να αυξήσουμε τη ζήτηση. Η δύσκολη μεταρρύθμιση είναι να αυξήσουμε τη δημόσια και προσιτή προσφορά κατοικίας. Αν ρίξεις περισσότερο χρήμα σε μια αγορά με λίγα σπίτια, βραχυχρόνιες μισθώσεις και φτωχές εστίες, ένα μέρος της ενίσχυσης κινδυνεύει να περάσει στον ιδιοκτήτη μέσω υψηλότερου ενοικίου. Ο φοιτητής θα έχει πάρει ανάσα, αλλά το κράτος θα χρηματοδοτεί εμμέσως την ίδια στρέβλωση.
Η Αριστερά ξέρει να μοιράζει — πρέπει να μάθει ξανά να χτίζει
Η πρόταση Γαβρόγλου έχει μια πολιτική αρετή: δεν προσποιείται ότι τα σημερινά ποσά αρκούν. Λέει 500 ευρώ και αναλαμβάνει, τουλάχιστον ρητορικά, το βάρος μιας μεγάλης παρέμβασης. Αυτό όμως γεννά συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Πόσοι είναι οι δικαιούχοι; Δώδεκα ή εννέα μήνες; Με ή χωρίς εισοδηματικό όριο; Πόσο κοστίζει και από ποια μόνιμη πηγή;
Η καθολικότητα ακούγεται δίκαιη, αλλά δεν είναι πάντα προοδευτική. Γιατί να λάβει την ίδια ενίσχυση η οικογένεια που δυσκολεύεται να πληρώσει το ρεύμα και η οικογένεια που μπορεί να χρηματοδοτήσει άνετα δεύτερη κατοικία; Οι καθολικές δημόσιες υπηρεσίες ενώνουν την κοινωνία. Τα μεγάλα χρηματικά επιδόματα χωρίς κριτήρια μπορούν να σπαταλήσουν πόρους που λείπουν από εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Το σημερινό στεγαστικό επίδομα έχει όρια και προϋποθέσεις, αλλά παραμένει μικρό μπροστά στα ενοίκια πολλών πόλεων. Η απάντηση δεν είναι να βαφτίσουμε κάθε παροχή αποτυχημένη. Είναι να την εντάξουμε σε σχέδιο με εστίες, κοινωνική μίσθωση, αξιοποίηση δημόσιων κτιρίων και συμφωνίες με δήμους και πανεπιστήμια.
Το δωμάτιο που δεν χτίστηκε
Κάθε Σεπτέμβριο ακούμε για γονείς που ψάχνουν γκαρσονιέρα σε τιμή οικογενειακού διαμερίσματος. Κάθε κυβέρνηση απαντά με μία ηλεκτρονική πλατφόρμα και κάποια αύξηση επιδόματος. Σπάνια ακούμε πόσες νέες κλίνες θα παραδοθούν, σε ποια πόλη, ποια ημερομηνία και με ποιο ενοίκιο.
Αυτή η αδυναμία δεν ανήκει μόνο στη Νέα Δημοκρατία. Είναι παλιότερη και διαπερνά τον προοδευτικό χώρο. Φοβόμαστε τα πολυετή έργα επειδή δεν αποδίδουν άμεσα τηλεοπτικό μέρισμα. Προτιμούμε μια παροχή που ανακοινώνεται σε μία πρόταση από ένα πρόγραμμα που θέλει οικόπεδα, πολεοδομική δουλειά, διαγωνισμούς, ενεργειακή αναβάθμιση και διοίκηση.
Κι όμως, η δημόσια κατοικία είναι ακριβώς το πεδίο όπου η Αριστερά και η σοσιαλδημοκρατία θα έπρεπε να ξαναβρούν τη γλώσσα της παραγωγής. Όχι μόνο αναδιανομή του εισοδήματος μετά την αγορά, αλλά αλλαγή των όρων της αγοράς. Όχι μόνο βοήθημα στον φοιτητή, αλλά μόνιμο απόθεμα κατοικιών που δεν εξαρτάται από το τι ζητά κάθε χρόνο ο ιδιοκτήτης.
Υπάρχει εδώ και μια βαθύτερη ταξική διάσταση. Η έλλειψη στέγης δεν επηρεάζει μόνο την άνεση της φοιτητικής ζωής· διαμορφώνει ποιος μπορεί να επιλέξει σχολή, ποιος αντέχει πρακτική άσκηση χωρίς μισθό και ποιος εγκαταλείπει νωρίς. Όταν η γεωγραφία του πανεπιστημίου καθορίζει τη δυνατότητα φοίτησης, η τυπική ισότητα στην εισαγωγή παύει να αρκεί. Η δημόσια κατοικία είναι εκπαιδευτική υποδομή, όπως η βιβλιοθήκη και το εργαστήριο, όχι συμπληρωματική κοινωνική παροχή.
Ο αντίλογος: το σπίτι χρειάζεται τώρα
Η ένσταση είναι ισχυρή. Οι εστίες χρειάζονται χρόνια, ενώ ο λογαριασμός έρχεται στο τέλος του μήνα. Άρα χρειάζεται άμεση ενίσχυση. Σωστά. Το λάθος είναι να μετατρέψουμε αυτή την αναγκαιότητα σε άλλοθι για να μην αρχίσει ποτέ η κατασκευή της μόνιμης λύσης.
Ένα σοβαρό πρόγραμμα θα μπορούσε να έχει δύο ράγες. Πρώτον, αυξημένη στοχευμένη ενίσχυση με αυτόματη αναπροσαρμογή ανά πόλη και έλεγχο ώστε να μη δηλώνονται πλασματικά μισθώματα. Δεύτερον, δεκαετές πρόγραμμα φοιτητικής κατοικίας, με δημόσια ιδιοκτησία των κτιρίων, συμπράξεις μόνο με αυστηρό έλεγχο κόστους και δεσμευτικό αριθμό παραδόσεων ανά έτος.
Θα μπορούσε επίσης να αξιοποιήσει κενά δημόσια ακίνητα, να χρηματοδοτήσει πανεπιστήμια για ανακαινίσεις και να δώσει στους δήμους εργαλεία μακροχρόνιας μίσθωσης. Αυτά δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι ο μηχανισμός που αποτρέπει ένα επίδομα από το να καταλήξει σε μόνιμη επιδότηση υψηλών ενοικίων.
Η προοδευτική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός ποσών
Το ΠΑΣΟΚ, η ΕΛΑΣ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η υπόλοιπη αντιπολίτευση θα μπουν εύκολα σε πλειοδοσία: ποιος δίνει περισσότερα, σε περισσότερους, γρηγορότερα. Η κυβέρνηση θα απαντήσει με δημοσιονομικό κόστος και δικά της προγράμματα. Αν η συζήτηση μείνει εκεί, θα έχουμε χάσει ξανά την ουσία.
Η πραγματική προοδευτική πρόταση πρέπει να λέει ποια αγορά θέλει να αλλάξει και ποια δημόσια υποδομή θα αφήσει πίσω της. Να δίνει βοήθεια σήμερα, αλλά να δεσμεύεται ότι σε πέντε χρόνια λιγότεροι φοιτητές θα την έχουν ανάγκη επειδή θα υπάρχουν προσιτά δωμάτια.
Αυτό απαιτεί και ειλικρίνεια για τον χρόνο. Καμία κυβέρνηση δεν θα παραδώσει χιλιάδες κλίνες σε λίγους μήνες. Μπορεί όμως μέσα σε λίγους μήνες να δημοσιεύσει απογραφή ακινήτων, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να προκηρύξει έργα και να δώσει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Η αξιοπιστία δεν χρειάζεται θαύμα· χρειάζεται ορόσημα που ελέγχονται.
Τα 500 ευρώ μπορεί να είναι σωστό ύψος για αρκετές οικογένειες. Δεν είναι από μόνα τους στεγαστική πολιτική. Η επιτυχία δεν θα μετρηθεί στο ποσό της εξαγγελίας, αλλά στο πόσα παιδιά θα σπουδάζουν χωρίς η οικογένεια να πληρώνει δεύτερο μισθό για ένα δωμάτιο.
