Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026Πολιτική · Κοινωνία · Ιδέες
Πολιτική ενημέρωση
ΤΩΡΑ
Απόψεις

ΑΠΟΨΗ: Η στεγαστική κρίση δεν λύνεται με περισσότερα δάνεια

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να βοηθήσει, αλλά χωρίς δημόσιο απόθεμα και προστασία ενοικιαστών η κρίση θα αναπαράγεται.

Συντακτική Ομάδα · 29 Σεπτεμβρίου 2026 · 4′ ανάγνωση

Μοιραστείτε το

ΑΠΟΨΗ | Συντακτική Ομάδα

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να βοηθήσει, αλλά χωρίς δημόσιο απόθεμα και προστασία ενοικιαστών η κρίση θα αναπαράγεται.

Η νέα συζήτηση για το «Σπίτι μου ΙΙΙ» και την παλαιότητα των επιλέξιμων ακινήτων φωτίζει μια αλήθεια που ο πολιτικός διάλογος αποφεύγει: η στεγαστική κρίση δεν λύνεται κυρίως με περισσότερη πίστωση. Τα επιδοτούμενα δάνεια βοηθούν όσους διαθέτουν εισόδημα, αποταμίευση και τραπεζική επιλεξιμότητα. Δεν δημιουργούν όμως αυτομάτως νέα κατοικία και μπορούν να αυξήσουν τη ζήτηση σε περιορισμένη αγορά. Η αιρετική θέση είναι ότι η προοδευτική πολιτική πρέπει να μετακινήσει το κέντρο βάρους από τον αγοραστή στο απόθεμα κατοικίας.

Η πίστωση δεν είναι σπίτι

Ένα φθηνότερο δάνειο μειώνει τη μηνιαία επιβάρυνση ενός επιλέξιμου νοικοκυριού. Αν όμως τα διαθέσιμα σπίτια είναι λίγα, η πρόσθετη αγοραστική δύναμη ανταγωνίζεται για το ίδιο απόθεμα. Μέρος της δημόσιας ενίσχυσης μπορεί να περάσει στην τιμή του ακινήτου αντί να μετατραπεί σε πραγματική προσιτότητα.

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για διεύρυνση της παλαιότητας αναγνωρίζει το πρόβλημα της προσφοράς. Είναι λογικό να μην αποκλείονται λειτουργικά παλαιότερα σπίτια, αρκεί να υπάρχουν κανόνες ασφάλειας και χρηματοδότηση ενεργειακής αναβάθμισης. Δεν αρκεί όμως αυτή η τεχνική αλλαγή.

Ποιοι μένουν εκτός

Οι νέοι με επισφαλή εργασία, οι μονογονεϊκές οικογένειες και όσοι δεν διαθέτουν προκαταβολή μπορεί να μην περάσουν ποτέ την πόρτα της τράπεζας. Η δημόσια πολιτική που ταυτίζει τη στεγαστική προστασία με την ιδιοκτησία αφήνει αυτούς τους ανθρώπους αντιμέτωπους με την αγορά ενοικίου.

Η κοινωνική κατοικία, οι μακροχρόνιες μισθώσεις δημόσιων ακινήτων και οι συνεταιριστικές μορφές κατοίκησης δεν είναι λύσεις μόνο για τους «πολύ φτωχούς». Αποτελούν υποδομή που σταθεροποιεί την αγορά και δίνει επιλογές σε ευρύτερα στρώματα.

Η παλαιότητα θέλει ποιότητα

Η διεύρυνση των ηλικιακών ορίων κτιρίων μπορεί να ενεργοποιήσει κενές κατοικίες. Χωρίς τεχνικό έλεγχο, όμως, μπορεί να μεταφέρει στον νέο ιδιοκτήτη κόστος υγρασίας, στατικής ενίσχυσης ή θέρμανσης. Η επιλεξιμότητα πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιημένο σχέδιο αναβάθμισης και σαφή κατανομή του κόστους.

Εδώ συναντώνται στεγαστική και κλιματική πολιτική. Η ενεργειακή αναβάθμιση δεν πρέπει να γίνεται προνόμιο όσων έχουν ρευστότητα. Χρειάζονται επιχορηγήσεις με κοινωνικά κριτήρια και δημόσια τεχνική υποστήριξη.

Ένα δημόσιο απόθεμα με κανόνες

Η χώρα χρειάζεται πλήρη καταγραφή κενών δημόσιων ακινήτων, διαφανείς προτεραιότητες και φορείς ικανούς να τα ανακαινίσουν. Η παραχώρηση μπορεί να γίνεται με μακροχρόνια, προσιτή μίσθωση και προστασία από αυθαίρετες αυξήσεις.

Η συνεργασία με δήμους, συνεταιρισμούς και μη κερδοσκοπικούς φορείς μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα, εφόσον υπάρχουν ανοικτοί διαγωνισμοί, έλεγχος κόστους και διαρκής δημόσια κυριότητα ή κοινωνικός περιορισμός της χρήσης.

Συμπέρασμα

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να είναι χρήσιμο εργαλείο, αλλά δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως πλήρης στεγαστική πολιτική. Χρειάζεται δημοσίευση των τελικών όρων, παρακολούθηση τιμών και αποτίμηση του ποιος τελικά αγοράζει.

Η προοδευτική απάντηση δεν είναι να απορρίψει την ιδιοκτησία. Είναι να πάψει να θεωρεί ότι όλοι μπορούν ή πρέπει να γίνουν ιδιοκτήτες για να έχουν ασφάλεια. Αξιοπρεπές σπίτι σημαίνει δικαίωμα στην κατοίκηση, όχι υποχρεωτικά πρόσβαση σε στεγαστικό δάνειο.

Η αγορά ενοικίου δεν μπορεί να περιμένει

Η συζήτηση για στεγαστικά δάνεια αφορά κυρίως όσους μπορούν να αγοράσουν. Στο μεταξύ, εκατοντάδες χιλιάδες ενοικιαστές αντιμετωπίζουν ανανεώσεις συμβολαίων, υψηλές προκαταβολές και αβεβαιότητα. Η πολιτεία χρειάζεται ένα σαφές πλαίσιο μακροχρόνιων μισθώσεων, αξιόπιστη καταγραφή τιμών και αποτελεσματική εφαρμογή κανόνων κατά των διακρίσεων. Η προστασία δεν σημαίνει πάγωμα κάθε τιμής ανεξάρτητα από το ακίνητο. Σημαίνει προβλεψιμότητα, δικαιώματα και δυνατότητα άμυνας απέναντι σε καταχρηστικές πρακτικές.

Τα επιδόματα ενοικίου είναι αναγκαία για νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα, αλλά όταν η προσφορά παραμένει σταθερή μπορούν να απορροφηθούν από την αύξηση των μισθωμάτων. Γι’ αυτό πρέπει να συνδυάζονται με νέα κοινωνική κατοικία, ανακαίνιση κενών κτιρίων και συμβάσεις που δεσμεύουν το ακίνητο σε προσιτή χρήση για πολλά χρόνια. Το δημόσιο χρήμα οφείλει να αγοράζει κοινωνικό αποτέλεσμα, όχι μια προσωρινή ανάσα που χάνεται στην επόμενη ανανέωση.

Βραχυχρόνια μίσθωση και τοπικές διαφορές

Η βραχυχρόνια μίσθωση δεν έχει την ίδια επίδραση σε κάθε γειτονιά. Ένα ενιαίο εθνικό μέτρο μπορεί να είναι υπερβολικό εκεί όπου δεν υπάρχει πίεση και ανεπαρκές στα ιστορικά κέντρα ή στους τουριστικούς δήμους. Χρειάζονται τοπικά όρια, ανοικτά δεδομένα για τις ενεργές καταχωρίσεις και έλεγχος της πραγματικής χρήσης. Οι δήμοι πρέπει να έχουν ρόλο, αλλά και τεχνική υποστήριξη ώστε οι κανόνες να μην μείνουν ανεφάρμοστοι.

Η φορολογική πολιτική μπορεί να ενθαρρύνει τη μακροχρόνια διάθεση κενών κατοικιών, εφόσον συνδέεται με πραγματικό συμβόλαιο, ανώτατο προσιτό μίσθωμα και ελάχιστη διάρκεια. Οι γενικές φοροαπαλλαγές χωρίς κοινωνικό αντάλλαγμα κοστίζουν και δεν εγγυώνται ότι το όφελος θα φτάσει στον ενοικιαστή.

Ένας μετρήσιμος στόχος

Η χώρα χρειάζεται πολυετή στόχο για καθαρές νέες προσιτές κατοικίες, με ετήσιο δημόσιο απολογισμό: πόσες παραδόθηκαν, σε ποιους δήμους, με ποιο κόστος και ποιο μίσθωμα. Ο δείκτης πρέπει να αφορά κατοικίες που παραμένουν προσιτές, όχι απλώς κτίρια που ανακαινίστηκαν και επέστρεψαν στην αγορά σε τιμές πολυτελείας. Μόνο έτσι η στεγαστική πολιτική θα πάψει να εξαρτάται από τον εκάστοτε κύκλο επιδότησης.

Η στεγαστική στρατηγική χρειάζεται επίσης λογοδοσία για το ποιος ωφελείται. Ηλικία, εισόδημα, οικογενειακή κατάσταση, περιοχή και τύπος κατοικίας πρέπει να δημοσιεύονται συγκεντρωτικά, ώστε να φαίνεται αν η βοήθεια φτάνει σε όσους αποκλείονται περισσότερο. Χωρίς αυτούς τους δείκτες, ακόμη και ένα μεγάλο πρόγραμμα μπορεί να ευνοεί κυρίως τα μεσαία στρώματα των ακριβών πόλεων. Η προοδευτική πολιτική οφείλει να δέχεται αυτή τη μέτρηση, ακόμη κι όταν τα αποτελέσματα δεν κολακεύουν τον φορέα που σχεδίασε το μέτρο.

Πηγές και τεκμηρίωση

Βιβλιοθήκη kentroaristera.gr — Εικονογράφηση, όχι καταγραφή πραγματικού συμβάντος.

Κοινοποίηση στο Facebook

Μοιραστείτε το