Νίκος Ανδρουλάκης: «Όταν ζητάμε αλληλεγγύη, οφείλουμε και να την προσφέρουμε»

Μιλώντας στην συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης επισήμανε την πρότασή του για άμεση σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών προκειμένου να χαραχθεί μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική στον απόηχο της σύρραξης στην Ουκρανία διευκρινίζοντας όμως με έμφαση ότι τα γεγονότα αυτά δεν θα αποτελέσουν άλλοθι για τις λανθασμένες πολιτικές της κυβέρνησης.

«Για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική που θα απαντά στις προκλήσεις των καιρών, προτείνουμε την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών. Για εμάς η εθνική συνεννόηση σε αυτές τις τόσο δύσκολες στιγμές είναι μονόδρομος. Δεν θα επιτρέψουμε τα πρωτοφανή αυτά γεγονότα που μαστίζουν την Ευρώπη να αποτελέσουν άλλοθι για να μπουν κάτω από το χαλί οι ευθύνες της κυβέρνησης και οι λανθασμένες πολιτικές της επιλογές σε κρίσιμα εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα» υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

«Ο κ. Μητσοτάκης συνεχίζει τις παραδόσεις του κ. Τσίπρα και υποβαθμίζει το κρίσιμο στοιχείο της εθνικής συνεννόησης σε μία εποχή  μεγάλων αλλαγών. Δεν είναι μόνο ότι δεν ενημέρωσε, έστω και ατύπως, κανέναν Πολιτικό αρχηγό για την αποστολή στρατιωτικού υλικού, όπως έκαναν και άλλα Ευρωπαϊκά κράτη, αλλά ακόμα και σήμερα διαβάζουμε ότι χωρίς σχέδιο ετοιμάζεται να δεσμεύσει τη χώρα σε πρωτόγνωρες επιλογές που έχουν να κάνουν με την πυρηνική ενέργεια και τα εργοστάσια παραγωγής της στη Βουλγαρία» ανέφερε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης τόνισε την ανησυχία για την επικράτηση ενός δόγματος αναθεωρητισμού, παραβίασης του διεθνούς δικαίου και αλλαγής των συνόρων δια της βίας. «Εμείς δεν είμαστε με τους αναθεωρητές της ιστορίας και του διεθνούς δικαίου. Αυτό που διέπραξε η Τουρκία στην Κύπρο. Αυτό που επιχειρεί σήμερα ο Πούτιν στην Ουκρανία. Γι’ αυτό στηρίζουμε και στηρίξαμε την ευρωπαϊκή πολιτική, αμυντική και οικονομική βοήθεια προς τον λαό της Ουκρανίας, όταν κάποιοι υποδύονται τους Πόντιους Πιλάτους. Λυπόμαστε που βλέπουμε μέλη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμπλέουν σε αυτό το θέμα με την ελληνική Ακροδεξιά. Όταν ζητάς αλληλεγγύη, οφείλεις να είσαι έτοιμος να την προσφέρεις απλόχερα» σημείωσε αναφερόμενος στην αποστολή αμυντικού υλικού στην Ουκρανία από την χώρα μας.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης επισήμανε ότι «η αρχική αντίδραση της ηγεσίας της ΕΕ αποδείχτηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων» και αναφερόμενος στις προσφυγικές ροές από την Ουκρανία σημείωσε ότι «μπροστά σε αυτό το ανθρώπινο δράμα κανείς δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υποδεχθούμε πρόσφυγες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο πλαίσιο ενός πανευρωπαϊκού συστήματος μετεγκατάστασης».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του προέδρου:

Αγαπητοί Συνάδελφοι, 

Από την περασμένη Τετάρτη ο κόσμος μας έχει περάσει το κατώφλι μιας νέας εποχής.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν, βασιζόμενος στη στρατιωτική ισχύ και στο δεύτερο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο παγκοσμίως, προωθεί ένα νέο αναθεωρητικό δόγμα. Παραβιάζει κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου, εισβάλλοντας στην Ουκρανία. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, μια επιθετική δύναμη επιχειρεί να επαναχαράξει τα ευρωπαϊκά σύνορα. 

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν από την αρχή τη θέση μας.

Έχουμε μία σύγκρουση μεταξύ του Διεθνούς Δικαίου και της δεσποτικής δύναμης του ισχυρού. 

Αυτή τη στιγμή, η σκέψη μας είναι στον Ουκρανικό λαό, όπως και στους πολυπληθείς Έλληνες που βρίσκονται σε τεράστιο κίνδυνο. Ήδη δώδεκα άμαχοι ομογενείς έχασαν τη ζωή τους στην ανατολική Ουκρανία ύστερα από βομβαρδισμούς, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες έχουν κατακλύσει τις γειτονικές χώρες. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου προσφυγικού κύματος, που αναγκάζει ακόμη τις γειτονικές χώρες να ανοίξουν τα σύνορά τους για να τους υποδεχθούν. 

Μπροστά σε αυτό το ανθρώπινο δράμα κανείς δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υποδεχθούμε πρόσφυγες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στο πλαίσιο ενός πανευρωπαϊκού συστήματος μετεγκατάστασης. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο ουκρανικός λαός υπερασπίζεται την εθνική του ανεξαρτησία, την εδαφική του ακεραιότητα και την ελευθερία του απέναντι σε έναν πολύ υπέρτερο στρατιωτικά αντίπαλο, έχει ευαισθητοποιήσει όλο τον κόσμο. Διαδηλώσεις υπέρ της ειρήνης γίνονται παντού, και μέσα στην ίδια τη Ρωσία παρά τους κινδύνους. Η εισβολή που επέλεξε να κάνει ο Πούτιν πλήττει εντέλει και τον ρωσικό λαό. Που μαζί του μας συνδέουν ιστορικοί δεσμοί φιλίας. 

Από εκεί και πέρα, δεν μπορούμε να αφήσουμε τον ουκρανικό λαό στη μοίρα του. 

Οι δημοκρατικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο χρειάζεται να δράσουν, γιατί οι ανθρωπιστικές και γεωπολιτικές συνέπειες αυτής της πολεμικής σύρραξης θα είναι ανυπολόγιστες.

Οι δημοκρατίες έχουν στα χέρια τους σημαντικά εργαλεία για να προστατεύσουν την παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα. Και πρέπει να τα χειριστούν με τόλμη αλλά και σύνεση. Αυτή την ώρα δεν μπορούμε να στεκόμαστε επιτήδεια ουδέτεροι.

Ζούμε σε ένα συνεχές κρίσεων. Τι δεν έχουμε ζήσει στον αιώνα μας;

Τη διεθνή τρομοκρατία. Την κλιματική κρίση και τις φυσικές καταστροφές. Τις αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις. Την αδιανόητη εξέλιξη της φονικής πανδημίας.

Και τώρα;

Ζούμε σε ευρωπαϊκό χώρο, σχεδόν στη γειτονιά μας, την άμεση αντιπαράθεση της Δύσης με την Ρωσία.

Απέναντι σε όλα αυτά που ανατρέπουν άρδην τη ζωή μας, η επιστροφή σε μια υποτιθέμενη κανονικότητα είναι μια συντηρητική υπόσχεση που συνεχώς διαψεύδεται. Αυτή η κρίση μπορεί να είναι η μεγαλύτερη κρίση της εποχής μας, της γενιάς μας. Οφείλουμε να τη διαχειριστούμε με αποφασιστικότητα. Να πραστατεύσουμε τη δημοκρατία απέναντι στον αυταρχισμό και τον δεσποτισμό, σε κάθε επίπεδο. 

Αυτό είναι το δικό μας ιστορικό καθήκον.

Κυρίες και κύριοι,

Αυτό που τρομάζει περισσότερο είναι το δόγμα που προωθείται ότι μπορούν να παραβιάζονται οι διεθνείς συνθήκες, να αλλάζουν τα σύνορα των κρατών διά της βίας και να απειλούνται ευθέως όσες χώρες θέλουν να αποφασίζουν μόνες τους για το μέλλον τους.

Ένας αναθεωρητισμός με επίκληση στο αυτοκρατορικό παρελθόν. Εμείς δεν είμαστε με τους αναθεωρητές της ιστορίας και του διεθνούς δικαίου. Αυτό που διέπραξε η Τουρκία στην Κύπρο. Αυτό που επιχειρεί σήμερα ο Πούτιν στην Ουκρανία. Γι’ αυτό στηρίζουμε και στηρίξαμε την ευρωπαϊκή πολιτική, αμυντική και οικονομική βοήθεια προς τον λαό της Ουκρανίας, όταν κάποιοι υποδύονται τους Πόντιους Πιλάτους.

Λυπόμαστε που βλέπουμε μέλη της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμπλέουν σε αυτό το θέμα με την ελληνική Ακροδεξιά.

Όταν ζητάς αλληλεγγύη, οφείλεις να είσαι έτοιμος να την προσφέρεις απλόχερα.

Αλλά δεν είναι μόνο η αναθεωρητική ιδεολογία, είναι και το πολιτικό και οικονομικό καθεστώς.

Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης μετατόπισης του παγκοσμίου ΑΕΠ από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, σε χώρες με πιο αυταρχικά καθεστώτα. Ωστόσο, ενώ μέχρι τώρα περιοριζόταν κυρίως στο εμπορικό και οικονομικό πεδίο, η εισβολή στην Ουκρανία προκαλεί σημαντική ποιοτική αναβάθμιση της απειλής.

Ένας αναθεωρητισμός με επίκληση στο αυτοκρατορικό παρελθόν. Ο μεγάλος ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ, που έζησε τις ιστορικές τραγωδίες του 20ού αιώνα, το έχει διατυπώσει ξεκάθαρα: κάθε επιθετικός εθνικισμός έχει ανάγκη την ιδεολογική χρήση και κατάχρηση της ιστορίας. Η άνοδος του αυταρχισμού είναι δεδομένη. Μια πρόσφατη έρευνα του ινστιτούτου Freedom House έδειξε ότι ο κόσμος βρίσκεται στο 16ο συνεχόμενο έτος «δημοκρατικής ύφεσης». Το 2021, ο αριθμός χωρών που απομακρύνονται από τη δημοκρατία ήταν μεγαλύτερος σε σχέση με τις δημοκρατικές χώρες. Οι δείκτες ελευθερίας υποχώρησαν σε 60 χώρες του κόσμου και μόνο 25 κράτη κατέγραψαν πρόοδο. Η διαμάχη μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού είναι εδώ και θα ενταθεί. 

Σε αυτήν τη νέα εποχή, είναι απαραίτητο να ξαναδούμε τη λειτουργία των Διεθνών Οργανισμών που αποτέλεσαν τη βάση του μεταπολεμικού κόσμου.

Οι κρίσεις των τελευταίων χρόνων, είτε μιλάμε για την οικονομική κρίση, την πανδημία, και τις πολεμικές συρράξεις, αποδεικνύουν ότι δεν μπορούν πλέον να υπηρετήσουν τη σημαντική αποστολή που τους έχουμε εμπιστευτεί. Η κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της εθνικής κυριαρχίας δεν πρέπει να αποτελέσουν προηγούμενο. Η αμφισβήτηση του μεταπολεμικού συστήματος συλλογικής ασφάλειας με εγγυητή τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών από ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως είναι η Ρωσία, καταδεικνύει πόσο κρίσιμο είναι να ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του ΟΗΕ και των άλλων συνδεδεμένων Οργανισμών και η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα.

Μας αφορά άμεσα. Αφορά την Ελλάδα και τη δύσκολη σχέση γειτονίας της με την Τουρκία, που διολισθαίνει συνεχώς σε πρακτικές καταπάτησης τους κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπονομεύοντας της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.

Μπορεί η Ευρώπη να αναδειχθεί σε πρωταγωνιστικό παίκτη στην υπεράσπιση της ειρήνης και της δημοκρατίας;

Ας είμαστε ειλικρινείς. Η αρχική αντίδραση της ηγεσίας της αποδείχτηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων. 

Η Ένωση απέτυχε τόσο να προβλέψει όσο και να αποτρέψει τη εισβολή. Το κενό που άφησαν η Πρόεδρος της Επιτροπής ή ο Ύπατος Εκπρόσωπος, δεν μπόρεσαν να το καλύψουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες.

Είδαμε τον Γάλλο Πρόεδρο κ. Μακρόν και τον Γερμανό Καγκελάριο Όλαφ Σολτς να μεταβαίνουν σε Ουάσιγκτον, Κίεβο, Μόσχα, προσπαθώντας να βρουν μία διπλωματική λύση εκπροσωπώντας ο καθένας τη χώρα του. Το υποστήριξα και τις προηγούμενες μέρες: έπρεπε να πάνε μαζί στον  Πούτιν και στον κ. Μπάιντεν, να δείξουν ότι υπάρχει ένα κοινό ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο.

Δεν επιτρέπεται η Ευρώπη να βρεθεί ξανά παρατηρητής, όταν Ρωσία και ΗΠΑ θα διαπραγματεύονται το σύστημα ασφαλείας στην ήπειρό μας. Η ιστορία του Ψυχρού Πολέμου θα έπρεπε να μας το έχει διδάξει.

Το ΝΑΤΟ που πριν από λίγους μήνες υπέστη τρομερό πλήγμα γοήτρου στο Αφγανιστάν και χαρακτηριζόταν «εγκεφαλικά νεκρό» από τον Εμανουέλ Μακρόν, φάνηκε πως ήταν το πρώτο που κέρδισε έδαφος, καλύπτοντας το κενό άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικά μετά τις προειδοποιήσεις του Πούτιν προς τη  Φιλανδία και τη Σουηδία.

Δυστυχώς ως Ευρωπαϊκή Ένωση δεν δείξαμε από την αρχή τα απαραίτητα αντανακλαστικά.

Ακόμα και την Πέμπτη, αφού είχε ξεκινήσει η εισβολή, οι κυρώσεις που συμφωνήθηκαν στο Συμβούλιο ήταν ήπιες. Η πιο σημαντική εξέλιξη ήταν η απόφαση για αναστολή της ιδιότητας μέλους της Ρωσίας από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Αυτά όμως δεν αρκούσαν για να πείσουν τους ευρωπαίους πολίτες, ούτε τους Ουκρανούς, ότι η Ευρώπη έχει τη δύναμη ή τη βούληση να αναχαιτίσει την επιθετικότητα του Πούτιν.

Και αυτό που απέτυχαν να δουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες την Πέμπτη το βράδυ, το είδαν οι Ευρωπαίοι πολίτες και ιδίως η νεολαία. Με την ηχηρή τους αντίδραση ανάγκασαν τις χώρες να αναθεωρήσουν και από το Σάββατο το βράδυ και μετά να δούμε μία τελείως διαφορετική Ευρωπαϊκή αντίδραση.

Οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί τις τελευταίες 48 ώρες είναι πραγματικά πρωτόγνωρες και αν είχαν ληφθεί πιο νωρίς, ίσως είχαμε καταφέρει να αποτρέψουμε την εισβολή.  

Σε αυτό το σύνθετο τοπίο, η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία. Να γίνει ένας ισχυρός γεωπολιτικός πόλος στο νέο παγκόσμιο πλαίσιο που διαμορφώνεται.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το κοινό μας σπίτι. Είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των επιμέρους κρατών που τη συναποτελούν.

Ιδρύθηκε μέσα από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με κύριο στόχο όχι μόνο τη ευημερία και τη σταθερότητα, αλλά και την αποτροπή μιας νέας σύρραξης στην ήπειρό μας. Οι ηγέτες εκείνης της εποχής, έχοντας ζήσει τη φρίκη του πολέμου, έθεσαν τις βάσεις ώστε να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Οι δραματικές εξελίξεις όμως στην Ουκρανία, αποτελούν μία τραγική υπενθύμιση ότι το όραμά τους παραμένει ανεκπλήρωτο. 

Για εμάς, η Ευρώπη μπορεί και πρέπει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Το Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών καταδίκασε από την πρώτη στιγμή τη ρωσική εισβολή, χωρίς ναι μεν αλλά, και ζήτησε αποτελεσματική ευρωπαϊκή αντίδραση. Γιατί πιστεύουμε βαθιά στην πολιτική και στρατηγική εμβάθυνση της Ένωσης. Η χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως πολιτικό μέσο. 

Η Ευρώπη έχει μάθει να προχωράει μέσα από τις κρίσεις της. Έτσι θα προχωρήσει και τώρα. Για άλλη μια φορά, ένας εξωτερικός κίνδυνος επιταχύνει τις εξελίξεις.

Η εκ βάθρων αλλαγή της Γερμανικής Εξωτερικής πολιτικής που ανακοινώθηκε μόλις χθες αποτελεί ένα καινούργιο δεδομένο. 

Ο νέος Καγκελάριος ανατρέπει πολιτικές δεκαετιών. Αποφάσισε να αυξήσει σημαντικά τον γερμανικό αμυντικό προϋπολογισμό, δημιουργώντας ένα ταμείο 100 δισεκατομμυρίων 12 φορές πάνω του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού για τον εκσυγχρονισμό του Γερμανικού στρατού, μέσα και από ευρωπαϊκές συμπαραγωγές.

Θα πρέπει όμως να δούμε πως οι ανακοινώσεις αυτές μεταφράζονται και στο Ευρωπαϊκό επίπεδο.

Είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε στη δημιουργία μίας Κοινής Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας, που είναι σήμερα μονόδρομος. 

Όραμά μας δεν είναι μία Ευρώπη επιθετική ιμπεριαλιστική δύναμη αλλά μια Ευρώπη που θα έχει τα μέσα να υπερασπιστεί τις αρχές και τις αξίες της.

Αυτό σημαίνει πράξεις, όχι διακηρύξεις.

Φαίνεται πως έγινε πλέον κατανοητό ότι πρέπει να έχουμε ως Ένωση τη δυνατότητα να υπερασπιστούμε την ειρήνη που τόσο επιθυμούμε απέναντι σε όποιον θέλει να χρησιμοποιήσει τον πόλεμο ως εργαλείο ενάντια στην ανεξαρτησία και την ελευθερία των κρατών μας. 

Όμως ακόμα μένουν να γίνουν πολλά.

Πρέπει να υιοθετήσουμε έναν πιο άμεσο μηχανισμό λήψης αποφάσεων για κυρώσεις και κοινή εξωτερική πολιτική, χωρίς να είναι απαραίτητη η ομοφωνία.

Πρέπει να καταστρώσουμε άμεσα τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής αποτρεπτικής δύναμης, που θα υποστηρίζει την ισχυρή κοινή μας διπλωματία και εξωτερική πολιτική.

Η πατρίδα μας πρέπει να πρωταγωνιστήσει στη διαμόρφωση της αρχιτεκτονική του νέου αμυντικού δόγματος της Ευρώπης.

Όπως αυτή τη στιγμή αναπτύσσονται χιλιάδες στρατιώτες στις Ανατολικές χώρες της Συμμαχίας, για να ενισχύσουν την άμυνα των χωρών αυτών απέναντι στην Ρωσική προκλητικότητα, έτσι θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα Ευρωπαίων στρατιωτών να αναπτύσσονται σε Ελλάδα και Κύπρο στα σύνορά μας με την Τουρκία. Ο Ευρωστρατός πρέπει να είναι η απάντηση στην επιθετικότητα και στους αναθεωρητισμούς του Ερντογάν.

Πρέπει ακόμα να προχωρήσουμε σε κοινούς εξοπλισμούς, αξιοποιώντας την Ενισχυμένη Συνεργασία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Άμυνα. Οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε κάθε δυνατότητα για ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, μέσω συμπαραγωγών και μεταφοράς τεχνογνωσίας. 

Είναι οικονομικά μη βιώσιμο η χώρα μας να παραμείνει απλός καταναλωτής. Χρειάζεται να αναπτύξουμε τις παραγωγικές μας δυνατότητες, αυξάνοντας την προστιθέμενη αξία τόσο για την οικονομία μας όσο και για τις ένοπλες δυνάμεις. 

Και βεβαίως να αποχτήσουμε μια στρατηγική εξαγωγής όπλων. Από τη θέση μου στην Επιτροπή Ασφάλειας και Άμυνας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρόνια τώρα προσπαθώ για να έχουμε μία κοινή πολιτική σχετικά με την εξαγωγή Ευρωπαϊκών όπλων σε τρίτες χώρες. Δεν μπορεί ένα κράτος να κάνει μόνο του επιλογές που βάζουν σε κίνδυνο την ασφάλεια ενός άλλου κράτους μέλους. Για το λόγο αυτό και με δική μου πρωτοβουλία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε την επιβολή εμπάργκο όπλων στην Τουρκία. Δεν γίνεται, ιδιαίτερα σε αυτό το νέο πλαίσιο, ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, να συνεχίζουν να εξοπλίζουν την Τουρκία και η χώρα μας να αναγκάζεται να έχει τον υψηλότερο αμυντικό προϋπολογισμό ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ένωση.

Η απόφαση για την αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη για την κοινή αγορά και μεταφορά πολεμικού εξοπλισμού και εφοδίων συνολικής αξίας 500 εκατομμυρίων Ευρώ, μία κοινή Ευρωπαϊκή απόφαση είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. 

Γι’ αυτό και θεωρούμε σωστή την αποστολή αμυντικού υλικού της χώρας μας προς την Ουκρανία, μαζί με τις υπόλοιπα κράτη μέλη. 

Βέβαια, ακόμα και σε αυτό το ζήτημα, βλέπουμε ότι ο κ. Μητσοτάκης συνεχίζει τις παραδόσεις του κ. Τσίπρα και υποβαθμίζει το κρίσιμο στοιχείο της εθνικής συνεννόησης σε μία εποχή  μεγάλων αλλαγών. Δεν είναι μόνο ότι δεν ενημέρωσε, έστω και ατύπως, κανέναν Πολιτικό αρχηγό για την αποστολή στρατιωτικού υλικού, όπως έκαναν και άλλα Ευρωπαϊκά κράτη, αλλά ακόμα και σήμερα διαβάζουμε ότι χωρίς σχέδιο ετοιμάζεται να δεσμεύσει τη χώρα σε πρωτόγνωρες επιλογές που έχουν να κάνουν με την πυρηνική ενέργεια και τα εργοστάσια παραγωγής της στη Βουλγαρία. 

Δε γίνεται τόσο σημαντικές αποφάσεις που επηρεάζουν πολλές γενιές, με μεγάλο κόστος και υψηλούς κινδύνους να λαμβάνονται χωρίς καμία δημόσια συζήτηση. 

Αν πρέπει να μας μάθει κάτι η παρούσα κρίση είναι ότι εθνικός μας στόχος πρέπει να είναι η επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής ενεργειακής αυτονομίας της χώρας, βάσει των υφιστάμενων γεωπολιτικών δεδομένων. 

Την Τετάρτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παρουσιάσει τη στρατηγική της για την απεξάρτηση της Ευρωπαϊκής Οικονομίας από τρίτες χώρες. 

Μία στρατηγική που άργησε οκτώ χρόνια, κατά τα οποία χώρες όπως η Γερμανία προώθησαν την κατασκευή του Nord Stream 2, ενισχύοντας ουσιαστικά τη Ρωσία. Μία διαδικασία που μπήκε στον πάγο μόλις την περασμένη Πέμπτη.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, όμως, αγαπητοί συνάδελφοι, η ουκρανική κρίση αναδεικνύει πόσο λάθος διάβασε η κυβέρνηση τις διεθνείς εξελίξεις. Πόσο απροετοίμαστη βρέθηκε μπροστά σε μία ακόμη, μείζονα κρίση.

Το ζήτημα της ενεργειακής απεξάρτησης από τη Ρωσία δεν αφορά μόνο γενικά την Ευρώπη. Αφορά και ειδικά την Ελλάδα.

Η χωρίς σχέδιο απολιγνιτοποίηση δεν είναι συγχρόνως και αποανθρακοποίηση. Απλώς αντικαθίσταται ο λιγνίτης από το εισαγόμενο και πολύ ακριβό πλέον φυσικό αέριο ή όπως μάθαμε σήμερα από εισαγόμενη πυρηνική ενέργεια από τη Βουλγαρία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης ήμασταν η μόνη χώρα που η εξάρτησή της από το φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 25%.

Για να μπορέσουμε όμως να προχωρήσουμε στην απεξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα συνολικά, χρειάζονται επενδύσεις. Η κυβέρνηση αδυνατεί να τις σχεδιάσει στρατηγικά, παρά τη μεγάλη ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης. 

Οι επενδύσεις αυτές θα πρέπει να κατευθυνθούν καταρχάς στο ηλεκτρικό δίκτυο της χώρας που πάσχει. Θα πρέπει να ενισχύσουμε τη διασυνδεσιμότητα του δικτύου, να διασφαλίσουμε τη δίκαιη μετάβαση και να επεκτείνουμε τις ενεργειακές κοινότητες με ΑΠΕ για νοικοκυριά, αγρότες, κτηνοτρόφους, μεταποιητές.

Αυτό που ως ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής έχουμε προτείνει εδώ και καιρό, θα το προτείνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ερχόμενη Τετάρτη στα Κράτη Μέλη: Την αλματώδη και γρήγορη αύξηση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της Ευρώπης. 

Για να έχουμε, λοιπόν, μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική που θα απαντά στις προκλήσεις των καιρών, προτείνουμε την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών. Για εμάς η εθνική συνεννόηση σε αυτές τις τόσο δύσκολες στιγμές είναι μονόδρομος.

Δεν θα επιτρέψουμε τα πρωτοφανή αυτά γεγονότα που μαστίζουν την Ευρώπη να αποτελέσουν άλλοθι για να μπουν κάτω από το χαλί οι ευθύνες της κυβέρνησης και οι λανθασμένες πολιτικές της επιλογές σε κρίσιμα εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα.

Αγαπητοί συνάδελφοι, 

Η κρίση αυτή έρχεται σε ένα κομβικό σημείο. Ο ιστορικός χρόνος πυκνώνει. Όλες οι κρίσεις που γνωρίσαμε από τις αρχές του 21ου αιώνα, τώρα συμπυκνώνονται και μας απειλούν.

Το συνεχές των κρίσεων και η επιθετική δύναμη του αυταρχισμού υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία.

Αυτή είναι η μεγάλη μάχη που καλούνται σήμερα να δώσουν οι προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις. Απέναντι σε όσους πιστεύουν ότι «η πολλή Δημοκρατία είναι αναποτελεσματική», καλούμαστε να δείξουμε ότι μόνο η δημοκρατία μπορεί να διασφαλίσει και την ευημερία και την ελευθερία μας.

Ο αγώνας μας αφορά το μέλλον της ανθρωπότητας. Αφορά τη χώρα μας και το κοινό μας ευρωπαϊκό μας σπίτι.

Όσα λέγαμε τα προηγούμενα χρόνια, για οικονομική ενοποίηση, πολιτική εμβάθυνση, στρατηγική αυτονομία, αμυντική και ενεργειακή ένωση, είναι ώρα να τα κάνουμε πράξη. 

Για να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση φάρος σταθερότητας και οικουμενικών αξιών μέσα σε έναν ασταθή κόσμο.

Το ιστορικό καθήκον της γενιάς μας είναι η ειρήνη, η δημοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη. 


Πηγή

Leave a Reply