Σχέδιο “επιδοτούμενης”μερικής απασχόλησης και για εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα

μερικής

Κυβερνητικό σχέδιο επέκτασης της επιδότησης μερικής απασχόλησης με το πρόγραμμα SURE και στους συμβασιούχους του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Θα τρέξει παράλληλα με τον ιδιωτικό τομέα, μπορεί να επεκταθεί μέχρι το τέλος του έτους και θα συνοδευτεί από προσωρινό (;) κούρεμα μισθού.

Eπέκταση του προγράμματος επιδότησης μερικής απασχόλησης (SURE) σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) μελετά η κυβέρνηση για να ελαφρύνει το μισθολογικό βάρος στον προϋπολογισμό.

Το σχέδιο αφορά κυρίως συμβασιούχους που απασχολούνται με συμβάσεις έργου σε υπουργεία, δήμους, νοσοκομεία, δημόσιους οργανισμούς, νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και ΔΕΚΟ και γενικά φορείς της γενικής κυβέρνησης στους οποίους υπάρχουν συμβάσεις μερικής απασχόλησης.

Η πρόταση που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι προβλέπει επιδότηση του μισθολογικού κόστους στα πρότυπα του ιδιωτικού τομέα με την εκ περιτροπής εργασία, που σημαίνει ότι τα μισά λεφτά της σύμβασης θα δίνει το κράτος μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και τα άλλα μισά θα καλύπτονται από τα κονδύλια του SURE. Εξετάζεται παράλληλα και οι ασφαλιστικές εισφορές να καλύπτονται από τους πόρους της ΕΕ για το διάστημα που θα ισχύσει η κρατική επιδότηση θέσεων εργασίας.

Ο σχεδιασμός προβλέπει ενεργοποίηση του μέτρου (με συγκεκριμένα κριτήρια) στον ιδιωτικό τομέα από τις αρχές Ιουνίου -πριν από την οριστικοποίηση του ευρωπαϊκού προγράμματος SURE (οι βασικές παράμετροι εξετάστηκαν στο χθεσινό Eurogroup)- αλλά στοχευμένα και σε κλάδους που έχουν πληγεί σφόδρα από την πανδημία, όπως η εστίαση, ο τουρισμός και η βιομηχανία.

Στόχος είναι να ξεκινήσει να τρέχει παράλληλα και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με ορίζοντα εφαρμογή τουλάχιστον έως το τέλος του έτους. Είναι το μίνιμουμ διάστημα που έχει ορίσει το οικονομικό επιτελείο με βάση τις αντοχές της οικονομίας και το σενάριο για ένα νέο κύμα μέτρων στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων από το φθινόπωρο στην περίπτωση που ο κορονοϊός επιστρέψει δριμύτερος.

Με την εφαρμογή του SURE η κυβέρνηση δεν έχει κάποιο άμεσο όφελος για τον προϋπολογισμό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη μισθοδοσία του Δημοσίου. Επιτυγχάνει όμως μία μετακύλιση μέρους από το φετινό μισθολογικό κόστος των εργαζομένων στο Δημόσιο στον προϋπολογισμό του 2021, βγάζοντας τον τρέχοντα από μία εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Με τη μετακύλιση οι δαπάνες μισθοδοσίας θα είναι αισθητά μειωμένες στο δεύτερο φετινό εξάμηνο, ενώ οι πιέσεις από τα μειωμένα φορολογικά έσοδα και τις αυξημένες ανάγκες για επιδόματα (για τον Μάιο τα 800άρια έχουν ψαλιδιστεί στα 533 ευρώ) επανέρχονται σε πιο ανεκτά επίπεδα.

Με την ενεργοποίηση του «γερμανικού μοντέλου» επιδότησης οι σχέσεις του Δημοσίου με τους συμβασιούχους μπαίνουν σε νέα βάση, αφού το κράτος θα καλύπτει έως το 60% της διαφοράς του μισθού που είχε ο εργαζόμενος σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, γεγονός που θα οδηγήσει σε σημαντικό κούρεμα του μισθού. Θα έχουν προηγηθεί οι μεγάλες μειώσεις μισθών για τους απασχολούμενους στην ιδιωτική οικονομία.

Για παράδειγμα, μισθωτός με πλήρη απασχόληση που είχε μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ, με την εκ περιτροπής εργασία θα λαμβάνει 500 ευρώ από τον εργοδότη και από τα υπόλοιπα 500 ευρώ το κράτος θα καλύπτει το 60%, δηλαδή 300 ευρώ. Ετσι, θα λαμβάνει συνολικά 800 ευρώ, δηλαδή θα έχει μείωση 200 ευρώ στον μηνιαίο μισθό.

Αντίστοιχα, εργαζόμενος σε ΟΤΑ ή νοσοκομείο με αποδοχές 800 ευρώ που θα μπει σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, θα λαμβάνει 400 ευρώ από το κράτος και άλλα 250 ευρώ από το πρόγραμμα SURE, δηλαδή το 60% των υπολοίπων 400 ευρώ, με αποτέλεσμα ο συνολικός μισθός του να διαμορφωθεί στα 650 ευρώ και να έχει απώλεια 150 ευρώ τον μήνα.

Σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς οι πόροι που αναλογούν στην Ελλάδα από το SURE κυμαίνονται στο 1,4 δισ. ευρώ, αλλά η κυβέρνηση διαπραγματεύεται αύξηση του κονδυλίου σε πάνω από 2,5 δισ. ευρώ προκειμένου να διευρυνθεί ο αριθμός των δικαιούχων. Βεβαίως η κυβέρνηση θα πρέπει να αξιοποιήσει με μέτρο αυτούς τους πόρους, αφού δεν πρόκειται για επιχορηγήσεις αλλά για δάνεια από την ΕΕ, τα οποία συνοδεύονται από ανάλογες εγγυήσεις.

SURE: κερκόπορτα για τα «συμβόλαια μηδενικών ωρών»


Της Χριστίνας Κοψίνη

Τα μείζονα ερωτήματα που προκύπτουν από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση των σχημάτων παράλληλης μείωσης του χρόνου και της αμοιβής της εργασίας.

Με τη γνωστή ιστορική υστέρηση από τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα, ύστερα από σχεδόν 21 χρόνια αφότου απέτυχε η εφαρμογή του το 1999 στη Γαλλία και την Ιταλία, το… 35ωρο έρχεται και στην Ελλάδα. Αλλά έρχεται με μείωση μισθών και μαζί του φέρνει ένα δάνειο ύψους τουλάχιστον 1,4 δισ. ευρώ, ποσό το οποίο αναλογικά θα λάβει η χώρα από την ευρωπαϊκή δανειοδοτική γραμμή των 100 δισ. ευρώ (SURE), με το οποίο οι 27 της Ε.Ε. υποτίθεται ότι θα βοηθήσουν τις επιχειρήσεις ώστε να μην απολύσουν.

Με το ποσό αυτό θα χρηματοδοτηθεί το 50%-60% της αμοιβής των εργαζομένων, οι οποίοι για να γλιτώσουν έστω και προσωρινά την απόλυση θα αναγκαστούν να δουλεύουν λιγότερο και να αμείβονται χαμηλότερα. Τώρα, εάν θα είναι 35 ώρες, δυο 8ωρα την εβδομάδα, 2 εβδομάδες τον μήνα ή κάτι άλλο, θα εξαρτηθεί από τις εθνικές κυβερνήσεις.

Οι κυβερνήσεις, επίσης, επιλέγουν τους κλάδους που θα στηριχθούν, το εάν θα είναι οριζόντιο μέτρο, το ύψος και τη διάρκεια της επιδότησης. Για παράδειγμα, η Φινλανδία έχει ανακοινώσει ότι οι μειώσεις χρόνου εργασίας θα ισχύσουν για 13 μήνες, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ελβετία για 12 μήνες, η Ισπανία για 6, η Τσεχία για 1,5 μήνα. Κι αν υποτεθεί ότι σε αυτήν την κατηγορία εντάσσεται η «σύμβαση σε αναστολή» που εφαρμόζεται στη χώρα μας από 11 Μαρτίου για περισσότερους από 1 εκατομμύριο μισθωτούς, τότε στην Ελλάδα αναλογεί μέχρι στιγμής το δίμηνο, ενώ αναμένεται παράταση και αναδιαμόρφωσή του μετά και την αποσαφήνιση των όρων για το SURE στο χθεσινό Eurogroup.

Το «ευρωπαϊκό εργαλείο για την προσωρινή υποστήριξη που χρειάζεται ο περιορισμός της ανεργίας» (SURE), το οποίο θα χρηματοδοτήσει μέρος της εργασίας που θα περικοπεί, παρουσιάστηκε ως επιτομή της λύσης για την καταστροφική πορεία της απασχόλησης εν μέσω πανδημίας.

Το μείζον ερώτημα, όμως, είναι πόσο προσωρινή είναι αυτή η δημόσια ομπρέλα για ταυτόχρονη μείωση χρόνου εργασίας και μισθού; Τι εγγυήσεις υπάρχουν ότι δεν θα αποτελέσει το εργαλείο για μια μόνιμη ανακατανομή του χρόνου εργασίας ή για την εισαγωγή και στην Ελλάδα των «συμβολαίων μηδενικού χρόνου»; Πώς θα καλυφθούν οι εργαζόμενοι σε πλατφόρμες, οι μετανάστες, οι ευάλωτες ομάδες στην άτυπη οικονομία; Η χρηματοδότηση των σχημάτων θα συνοδευτεί από ρήτρες για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας ή απλώς από την υποχρέωση διατήρησης του ίδιου αριθμού εργαζομένων;

Στα τέλη Απριλίου, ο αριθμός των Ευρωπαίων εργαζομένων που είχαν εξαναγκαστεί να περάσουν σε κάποιο «σχήμα μειωμένου χρόνου εργασίας» -όπως ευγενώς αποκαλείται η «προσωρινή ή μερική ανεργία», κατά την πιο επιτυχημένη απόδοση από Βέλγους και Γάλλους- ήταν πάνω από 50 εκατομμύρια. Σχεδόν το 25% του εργατικού δυναμικού της Ε.Ε. εξαναγκάστηκε σε προσωρινή υπαγωγή στα μέτρα που επέβαλαν όλες οι κυβερνήσεις για την αποτροπή των απολύσεων.

Για κάποιες χώρες η μείωση του χρόνου εργασίας δεν αποτέλεσε έκπληξη. Στη Γερμανία και την Ελβετία σχήματα ανάλογης μείωσης εφαρμόζονταν ήδη από τη δεκαετία του 2000. Δικαίως η Γερμανία θεωρείται αρχιτέκτονας της μειωμένης εργασίας (Κurzarbeit), όχι μόνο γιατί με τη συναίνεση των μεγάλων συνδικάτων την αξιοποίησε στη χρηματοπιστωτική κρίση τη διετία 2008-2009, αλλά και επειδή ανέπτυξε τόσο πολύ αυτό το μοντέλο, ώστε να καθιερώσει πρώτη τα «συμβόλαια μηδενικού χρόνου» τα οποία συνδέθηκαν με ένα κύμα νεόπτωχων Γερμανών.

Σήμερα, ο ελάχιστος χρόνος εργασίας για την καταβολή κρατικής επιδότησης στην Αυστρία και την Ελβετία είναι 10% του συνολικού χρόνου εργασίας, ενώ στη Σουηδία, όπου μέχρι πρότινος ήταν 40%, για την περίοδο από Μάιο έως και Ιούλιο μειώθηκε στο 20%.

Στις περισσότερες χώρες η αμοιβή για τη μειωμένη εργασία ή τη μερική ανεργία καταβάλλεται από το Δημόσιο κατευθείαν στον εργοδότη, ο οποίος συμπληρώνει το δικό του μερίδιο πριν καταβάλει τον μισθό στο προσωπικό που έχει εντάξει σε αυτό το καθεστώς.

Στη Φινλανδία και την Ισπανία καταβάλλεται απευθείας στους εργαζόμενους, μέσω των υπηρεσιών απασχόλησης, ενώ στο Βέλγιο δίδεται και μέσω των συνδικάτων. Επίσης, σε ορισμένες χώρες, όπως η Δανία και η Σουηδία, θεωρείται ασύμβατη η επιδότηση της μειωμένης εργασίας σε επιχειρήσεις που διαθέτουν υψηλά μερίσματα προς τους μετόχους τους.

Αντιθέτως, στη Γερμανία μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως η BMW, η Daimler και η Volkswagen, παρότι έχουν θέσει πάνω από 200.000 εργαζόμενους σε σχήματα μερικής ανεργίας, συνεχίζουν να μοιράζουν τεράστια ποσά στους μετόχους τους ως μερίσματα.


Πηγή